Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Cesaria Evora



Το 1991, όταν η ξυπόλυτη ντίβα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε κοινό έξω από τη χώρα της, καταλάβαμε όλοι ότι η φωνή της, δεν ήταν απλή έκφραση μιας χαμένης αγάπης, αλλά η έκφραση μιας αγάπης που ποτέ δεν χάνεται».
The Washington Post




Τα τραγούδια της Evora μιλούν για την πικρή ιστορία της χώρας της που ζούσε στη σκλαβιά. Η μουσική της είναι Morna, αλλά μπλέκει και άλλα είδη μουσικής με στοιχεία από Βραζιλία, Πορτογαλία και Κούβα (choro, forro, fado, rumba). Με μια φωνή που προδίδει δύναμη και συναίσθημα, η Evora γρήγορα τράβηξε την προσοχή πάνω της και άξια απέκτησε την φήμη της Βασίλισσας της Morna.

Ήταν μόλις 16 ετών η Cesaria, όταν ένας συντοπίτης της ναυτικός της δίδαξε την παραδοσιακή μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου. Ξεκίνησε τότε να τραγουδά σε ξενοδοχεία και μπαράκια και με τη βοήθεια των ντόπιων μουσικών άρχισε να γεννιέται η κατοπινή βασίλισσα της morna. Του είδους εκείνου της μουσικής του Capo Verde, που συγγενεύει με τα βραζιλιάνικα φάδος και το αργεντίνικο τάνγκο και τραγουδά τη θλίψη, την οδύνη, τη λαχτάρα, τη νοσταλγία, τη σκλαβιά ... Που η αισθαντικότητά του, συχνά το κάνει να συγκρίνεται με τα μπλουζ.


 Στο Πράσινο Ακρωτήρι ήταν από τότε ιδιαίτερα δημοφιλής, πέρα από τα σύνορά του όμως παρέμενε ολότελα άγνωστη. Για πολλά ακόμη χρόνια, δεν έκανε βήμα πέρα από αυτά τα σύνορα. Δύσκολα πολιτικά χρόνια και άσχημη οικονομική κατάσταση την ανάγκασαν μάλιστα να απομακρυνθεί από τη μουσική για δέκα ολόκληρα χρόνια, τα «σκοτεινά της χρόνια», όπως η ίδια τα χαρακτηρίζει.

Δεν ήταν παρά το 1985, όταν η Cesaria άρχισε και πάλι να τραγουδά, με την ενθάρρυνση ενός συμπατριώτη της, που ζούσε εξόριστος στην Πορτογαλία, όπου και έδωσε μάλιστα μία σειρά από συναυλίες, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από μία τοπική οργάνωση γυναικών.
Τρία χρόνια αργότερα, το 1988, ένας Γάλλος με καταγωγή από το Πράσινο Ακρωτήρι, την έπεισε να πάει στο Παρίσι. Εκεί ηχογράφησε το “La Diva au Pieds Nus” (H Ξυπόλητη Ντίβα). Η αποδοχή του από το κοινό ήταν αναπάντεχη και οι κριτικές το αποθέωσαν. Την 1η Οκτωβρίου του 1988 έδωσε την πρώτη της συναυλία στο Παρίσι στο club New Morning και από τότε ξεκίνησε η παγκόσμια καριέρα της.

Στα 47 της Χρόνια, η Cesaria Evora έγινε Διεθνής Σταρ. Έχει τραγουδήσει σε Ευρώπη, Αφρική, Βραζιλία, Η.Π.Α. και Καναδά. Έχει αποκτήσει πιστούς θαυμαστές σ' όλες τις χώρες του κόσμου. Τις συναυλίες της έχουν παρακολουθήσει οι Madonna, David Byrne, Branford Marsalis, ενώ έχει κερδίσει 3 φορές Grammy Awards. Έχει στο ενεργητικό της πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους και βραβεύτηκε από το BBC ως η καλύτερη καλλιτέχνης του 2004.

Το τελευταίο της άλμπουμ, με τίτλο “Rogamar”, κυκλοφόρησε το 2006. Τραγούδια από αυτή τη νέα της δουλειά, αλλά και αυτά που έχουν μπει ήδη στη ζωή μας όλα αυτά τα χρόνια (Sodade, Became Mucho, Angola, Miss Perfumado, Carnaval de San VIncento), τραγουδάει για μας στις συναυλίες της η «ξυπόλητη ντίβα».Tην ημέρα που ένας μεγάλος ραδιοφωνικός σταθμός της Γαλλίας έπαιξε για πρώτη φορά το “Sodade” , στην μουσική του κόσμου προστέθηκε μια άγνωστη μέχρι τότε χώρα , το Πράσινο Ακρωτήρι. Εννιά άλμπουμ, χιλιάδες συναυλίες , αμέτρητες συλλογές, πλατινένιοι και χρυσοί δίσκοι , πέντε υποψηφιότητες για Grammy είναι μόνο δώδεκα χρόνια καριέρας της Cesaria Evora.



H Cesaria Evora γεννήθηκε το 1941 στο Midelo, στη περιοχή Sao Vincente του Πράσινου Ακρωτηρίου . Το Midelo,όπως όλα τα λιμάνια ,φημίζεται για τη νυχτερινή ζωή του με όλα τα είδη μουσικής :μπαλάντες , βάλς ,fox-trot κ.α. αλλα τα ποιο δημοφιλή είδη μουσικής ήταν η Colladera και η Morna, τραγούδια που εκφράζουν την νοσταλγία ,την αγάπη ,την λύπη. Τα τραγούδια της Evora μιλούν για την πικρή ιστορία της χώρας της που ζούσε στη σκλαβιά. Η μουσική της δεν είναι γνήσια Morna, μπλέκει και άλλα είδη με στοιχεία από Βραζιλία ,Πορτογαλία και Κούβα (choro,forro,fado,rumba). Με μια φωνή που προδίδει δύναμη και συναίσθημα ,η Evora γρήγορα τράβηξε την προσοχή πάνω της και άξια απέκτησε την φήμη ως η Βασίλισσα της Morna. Ήδη στα είκοσί της χρόνια τραγουδούσε ζωντανά στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Αυτή και οι μουσικοί της έπαιζαν από το ένα club στο άλλο διαρκώς καθώς ο αριθμός των θαυμαστών της όλο και μεγάλωνε. Με την ανεξαρτησία της χώρας της το 1975 γρήγορα τελείωσε και η απομόνωση και η σκλαβιά με αποτέλεσμα οι περισσότεροι μουσικοί να σκορπιστούν σε διάφορα μέρη του κόσμου. Η Evora παρ’όλα αυτά διάλεξε να μείνει. Το 1980 ,όταν ήταν 39 χρόνων ,ο Jose’ Da Silva – ιδρυτής της δισκογραφικής εταιρείας “Lusafrica” , ένας νεαρός Γάλλος που είχε καταγωγή όμως από το Πράσινο Ακρωτήρι –έμεινε κατενθουσιασμένος από τα τραγούδια της Cesaria και την καταπληκτική φωνή της και τελικά την έπεισε να ταξιδέψει μαζί του στο Παρίσι για να ηχογραφήσει.

Το 1988 εκδόθηκε τη Γαλλία το πρώτο της άλμπουμ ,το “La Diva Aux Pieds Nus” - “H Ξυπόλητη Ντίβα”, αφού πάντα τραγουδάει ξυπόλητη συμβολικά πάντα για αυτά που έχει περάσει η χώρα της).Είχε μεγάλη απήχηση ιδιαίτερα στη χώρα της.Το 1988 έδωσε την πρώτη της συναυλία στο Παρίσι στο club “New Morning”. To 1990 εκδόθηκε το δεύτερο άλμπουμ της ,το “Distino Di Belita” ,περιελάμβανε ακουστικά morna αλλά και ηλεκτρικά colladeras.

Το 1991 εκδόθηκε το “Mar Azul” ,ένα καταπληκτικό άλμπουμ που εξασφάλισε την από εκεί και πέρα ανοδική της πορεία. Το άλμπουμ αυτό παιζόταν σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η επόμενη συναυλία της στο club “New Morning” ήταν μεγάλη επιτυχία αφού όλα τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί.

Γαλλικά κανάλια ,πολλά ραδιόφωνα έπαιζαν τα τραγούδια της. Τον Ιούνιο έδωσε συναυλία σε ένα μεγάλο φεστιβάλ στο Nimes της νότιας Γαλλίας όπου απέκτησε τις καλύτερες κριτικές. Το άλμπουμ “Mis Perfumado” εκδόθηκε τον Οκτώβριο.Το ομονυμο τραγουδι και το “Sodade” γινονται παγκοσμιες επιτυχιες και ο δισκος χρυσος.Ακολουθησε και ένα μεγαλο τουρ σε πολλες χωρες του κοσμου.

Το 1994 o διάσημος Caetano Veloso ήρθε για να την συντροφεύσει πάνω στη σκηνή στην διάρκεια των συναυλιών της στη Βραζιλία στο Sao Paolo και είπε ότι η Cesaria Evora είναι μία από τις λίγες τραγουδίστριες που αγγίζουν τόσο βαθιά την ψυχή.

Η Cesaria θεωρείται πλέον η πιο μεγάλη μουσική αποκάλυψη της δεκαετίας ΄90.

Στο πρώτο της τουρ στην Αμερική , η Μαντόνα ,ο David Byrne ,o Brandford Marsalis και όλη η «αφρόκρεμα» της Νέας Υόρκης ,έσπευσαν να την δουν στη συναυλία της στο Bottom Line.Στη Γαλλία ο Goran Bregovic της πρότεινε να ηχογραφήσει το “Ausencia” για το soundtrack της ταινίας του Emir Kusturica , το “Underground”.


To 2000 το άλμπουμ “Café Atlantico” και το αμέσως επόμενο το “Sao Vincente Di Longe” κέρδισαν Grammy.Ίσως ο καλύτερος δίσκος της το “Voz d ΄ Amor” κερδίζει και αυτός Grammy για το 2004.

    ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

    1988 : “La Diva aux Pieds Nus” ( Lusafrica –BMG)
    1990 : “Distino Di Belita” (Lusafrica –BMG)
    1991 : “Mar Azul” ( Lusafrica –BMG)
    1992 : “Miss Perfumado” (Lusafrica –BMG)
    1994 : “Sodade,les plus belles mornas de Cesaria” ( Lusafrica –BMG)
    1995 : “Cesaria” ( Lusafrica –BMG)
    1997 : “Capo Verde” ( Lusafrica –BMG)
    1998 : “Best of Cesaria Evora” ( Lusafrica –BMG)
    1999 : “Café Atlantico” ( Lusafrica –BMG)
    2001 : “Sao Vicente di Longe” ( Lusafrica –BMG)
    2002 : “Anthologie Cesaria Evora (1CD Lusafrica –BMG)
    2003 : “ Voz d’Amor”
    2004: “Anthologie Cesaria Evora, mornas & coladeras” (2CD edition of Anthology Lusafrica –BMG)
    2004 : Live D'Amor (Live DVD, recorded in 2004 at Le Grand Rex, Paris,)
    2006: “Rogamar”

    Tελευταία φορά βρέθηκε για συναυλίες στην Ελλάδα :
    8 Ιουλίου, Θέατρο Πέτρας, Αθήνα
    9 Ιουλίου 2007, Θέατρο Γης, Θεσσαλονίκη
    1 Αυγούστου, πολυχώρος «Πολιτεία», Πάτρα

Τον Σεπτέμβριο του 2011 ανακοίνωσε πως θέτει τέλος στη μουσική της καριέρα, ακυρώνοντας τις προγραμματισμένες συναυλίες της, καθώς βρισκόταν «σε κατάσταση μεγάλης εξάντλησης».
Η Evora είχε υποβληθεί το 2010 σε επέμβαση ανοιχτής καρδιάς, στο Παρίσι, έπειτα από σοβαρά προβλήματα που παρουσίασε στην στεφανιαία αορτή.
Tο πρωί της Παρασκευής αισθάνθηκε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο.
Σύμφωνα με τους γιατρούς είχε πάθει πνευμονικό οίδημα και σήμερα το πρωί άφησε την τελευταία της πνοή.


Ένα κομμάτι που αγαπώ πολύ για αντίο σε αυτήν την υπέροχη φωνή





Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

You sure did it your own way Frank...


Αγάπησε, καυγάδησε, είχε στυλ, είχε κότσια, μπορούσε ακόμη και να "παίξει"
  


Με καριέρα 50+ ετών, 1400 ηχογραφήσεις, δεκάδες ταινίες και εκπομπές στην τηλεόραση, κατάφερε να είναι παρόν από την εποχή του Swing μέχρι αυτή του Rock, ενώ τόλμησε και κατάφερε να παρουσιάσει στο κοινό μουσικά θεατρικά έργα μεγάλων συνθετών όπως George Gershwin, Cole Porter και Jerome Kern, με τον δικό του τρόπο, καθιστώντας τα απόλυτα κλασσικά. Έχουν γραφτεί 15 βιογραφίες μέχρι σήμερα, έπεται βιογραφική ταινία από τον Scorsese ενώ έχει απασχολήσει έντονα τον τύπο για τις επιθέσεις του σε δημοσιογράφους, την άστατη προσωπική του ζωή αλλά και τις γνωριμίες του με την μαφία. Μπορεί εύκολα να θεωρηθεί η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της Αμερικανικής κουλτούρας του 20ου αιώνα.

Ο Φράνσις Άλμπερτ Σινάτρα γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1915 στο New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι γονείς του ήταν απο την Σικελία. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης ταβέρνας και part-time μποξέρ, ενώ η μητέρα του είχε μεγάλη επιρροή στην τοπική πολιτική σκηνή αλλά και στην ζωή και καριέρα του Frank στη συνέχεια. Στην εφηβεία του και ακούγοντας τραγούδια τουBing Crosby o Frank αποφάσισε στα σοβαρά να ασχοληθεί με το τραγούδι.  Γίνεται μέλος ενός γκρούπ εν ονόματι "The Hoboken Four"  και το 1935 κερδίζει σε ραδιοφωνικό διαγωνισμό ταλέντων. Η νίκη του, του δίνει την ευκαιρία να περιοδεύσει με το γρούπ αλλά και τον οικοδεσπότη της διάσημης εκπομπής "Major Bowes' Amateur Hour", παρόλα αυτά ο ίδιος ήταν ο μόνος που είχε φιλοδοξίες και η διάλυση του γκρουπ δεν άργησε να έρθει.Το 1939 ήταν τραγουδιστής κα σερβιτόρος στο Rustic Cabin όταν τον ανακάλυψε ο τρομπετίστας Harry James, που πρόσφατα είχε αφήσει την ορχήστρα του Benny Goodman για να δημιουργήσει κάτι δικό του.

Αποτέλεσμα της συνεργασία τους το"All or Nothing at All" που εκείνη την εποχή δεν πούλησε, αλλά σε επανέκδοσή του 4 χρόνια αργότερα (πλέον σταρ και οι δύο) ξεπέρασε το 1 εκατομμύριο πωλήσεις. Μέσα σε διάστημα 6 μηνών δημιουργήθηκαν 10 εμπορικές ηχογραφήσεις με κοινό παρανομαστή την ανάδειξη της ζεστής βαρύτονης φωνής του Frank. Στα τέλη του ίδιου έτους ο James αναγκάστηκε να τον αφήσει ελεύθερο, αφού ο Tommy Dorsey με την ορχήστρα του πρόσφερε πολύ καλύτερο συμβόλαιο και αποδοχές.
Την διετία 1940-42 ο Sinatra με την ορχήστρα του Dorsey πραγματοποιεί 83 ηχογραφήσεις και πολυάριθμες ζωντανές εμφανίσεις. Η επιρροή του από το τρομπόνι του Dorsey ήταν βαθιά και ουσιαστική. Η προσπάθεια του Sinatra να προσομοιώσει φωνητικά τα χωρίς διακοπές έξοχα περάσματα του Dorsey με το τρομπόνι, επέβαλαν να βελτιώσει αισθητά τις αναπνοές του. Γρήγορα έγινε αντιληπτή η αξία του στις μπαλάντες αλλά και στα up-tempo κομμάτια και οι Axel Stordahl, Paul Weston, and Sy Oliver άρχισαν να γράφουν τραγούδια όπως τα "I'll Never Smile Again", "I'll Be Seeing You," "Without a Song," and "Oh! Look at Me Now" για να να ενισχύσουν το ταλέντο του τραγουδιστή. Αυτό βέβαια έκανε τον ίδιο τον Sinatra στα τέλη του 1942 να σκέφτεται να κάνει σόλο καριέρα, σε μια εποχή μάλιστα που ελάχιστοι τραγουδιστές που έκαναν παρόμοια κίνηση τελικά πετύχαιναν.
Η ανακοίνωση της αποχώρησης του, ενόχλησε ιδιαίτερα τον Dorsey που όπως είναι φυσικό δεν ήθελε να χάσει έναν σταρ απο το σχήμα του. Πέρασαν αρκετοί μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων μέχρι που στα τέλη του 42' ο Sinatra απελευθερώθηκε. Μέσα σε μόλις λίγες εβδομάδες ο Frank Sinatra αποτέλεσε πολιτισμικό φαινόμενο. Πραγματική υστερία στις εμφανίσεις του τον Ιανουάριο του 1943 στο θέατρο της Paramount στην Νέα Υόρκη, εκατοντάδες νεαρές γυναίκες στρίγγλiζαν υστερικά στο άκουσμα της φωνής του. Την ίδια περίοδο άρχισαν και τα πρώτα παρατσούκλια. "Frankieboy," "The Sultan of Swoon," και το πιο διαδεδομένο, "The Voice."
  Ήταν η αρχή της περιόδου "Columbia" και η οποία κράτησε απο το 1943 μέχρι το 1952. Οι ηχογραφήσεις που περιγράφουν καλύτερα την περίοδο αυτή ειναι σίγουρα οι "You Go to My Head" (1945), "These Foolish Things" (1945) και "That Old Feeling" (1947). Ο Sinatra εμφανίστηκε σε αρκετά φιλμ, κυρίως σε musical στο πλάι του χορευτή Gene Kelly σε έργα όπως "Anchors Aweigh" (1945), "Take Me Out to the Ballgame" (1949) και το "On the Town" (1949) που μάλιστα θεωρείται ως ένα απο τα καλύτερα κινηματογραφικά musical.

Περί τα τέλη του 1947 και για έναν χρόνο η φήμη του Sinatra άρχισε να αμαυρώνεται. Η προσπάθεια του να εμπλακεί στην μουσική και οι δημοσιεύσεις εμπλοκής του με το οργανωμένο έγκλημα δημιούργησαν έντονο πρόβλημα. Το 1950 χάνει την φωνή του για αρκετούς μήνες μετά απο υπερκόπωση των φωνητικών του χορδών. Σχεδόν ταυτόχρονα η προσωπική του ζωή απασχολεί τα πρωτοσέλιδα, αφού χωρίζει απο τον σχολικό του έρωτα, σύζυγό του και μητέρα των τριών παιδιών του, Nancy Barbato και μόλις δέκα ημέρες αργότερα παντρεύεται την ηθοποιό Ava Gardner. Την ίδια περίοδο ο πρόεδρος της Columbia Mitch Miller, του αναθέτει μια σειρά απο κακογράμμενα banal κομμάτια, γεγονός που επιπλέον τσακίζει το καλλιτεχνικό του status. To 1952 το συμβόλαιο δεν ανανεώνεται, ο μάνατζέρ του τον αφήνει, το show του στην τηλεόραση του CBS διακόπτεται και ο Sinatra θεωρείται πλέον "παρελθόν".

Η ειρωνεία στο κατρακύλισμα αυτό είναι ότι σήμερα η δουλειά του από αυτή την περίοδο και τραγούδια όπως "Mad About You," "Nevertheless", "Birth of the Blues"," και ειδικά η ηχογράφηση του 1951 του "I'm a Fool to Want You", θεωρούνται σήμερα απο τα καλύτερα της καριέρας του!
Η ενασχόληση του με το κινηματογράφο ήταν τελικά αυτό που τον έφερε πάλι στο προσκήνιο το 1953 με την ταινία "From Here to Eternity", όπου το υποκριτικό του ταλέντο αναγνωρίστηκε διεθνώς και του χάρισε μάλιστα Όσκαρ β' αντρικού ρόλου. Ακολούθησαν οι ταινίες Suddenly (1954), Young at Heart (1954), The Man with the Golden Arm (1955, Υποψηφιότητα για α' αντρικό ρόλο), Guys and Dolls (1955), The Joker Is Wild (1957), Pal Joey (1957), and Some Came Running (1958). Το πολιτικό θρίλερ "The Manchurian Candidate" (1962) αποτελεί πιθανά το καλύτερο φίλμ του Sinatra.
Με την επιστροφή του στο προσκήνιο, ταυτόχρονα υπέγραψε με την Capitol, μια περίοδο 9 ετών που σύμφωνα με τους ειδικούς αποτέλεσε την καλύτερή του μουσική περίοδο. Κατοχυρώθηκε ως δικό του δημιούργημα ο όρος "Concept Album" (αν και υπάρχουν σήμερα διαφωνίες γι' αυτό), που ουσιαστικά ειναι ένας δίσκος που χτίζεται έχοντας ως βασική αναφορά ένα συγκεκριμένο μουσικό θέμα ή διάθεση. Η νέα του τάση χρειαζόταν βασικές τομές στις ενορχηστρώσεις, κάτι που οι άνθρωποι της Capitol δεν είχαν πρόβλημα να φέρουν εις πέρας. Έτσι λοιπόν δούλεψε με τον βετεράνο μουσικό από τις μεγάλες ορχήστρες Billy May και δημιούργησε μοναδικά άλμπουμ όπως "Come Fly with Me" (1958), "Come Dance with Me!" (1959) και με τον μοναδικό Jenkins τα "Where Are You?" (1957) and "No One Cares" (1959).


 

Παρόλο που τα άλμπουμ αυτά ήταν ποιοτικά η συνεργασία μυθικών διαστάσεων του Frank ήταν με τον Nelson Riddle, πρώην τρομπονίστα σε μεγάλη ορχήστρα ( big-band). Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Sinatra, ο Nelson ήταν ο σπουδαιότερος ενορχηστρωτής στον κόσμο και οι κριτικοί... απλά συμφώνησαν.
Ο Riddle επινόησε για τις ανάγκες των swing κομματιών, την μουσική σφραγίδα του που την ονόμασε "heartbeat rhythm". Ήταν ένας σταθερός ρυθμός, ελάχιστα πιο αργός απο αυτόν των swing κομματιών προσπαθώντας να προσομοιώσει ρυθμικά τον παλμό της καρδίας μετά απο έναν βιαστικό περίπατο! Όλα
τα άλμπουμ αυτής της συνεργασίας "In the Wee Small Hours" (1955), "Songs for Swingin' Lovers!" (1956) και "Only the Lonely" (1958) είναι έργα τέχνης.
Παρ όλες τις προσπάθειες τις Capitol να εμπλουτίσουν και να αλλάξουν την μουσική επένδυση της φωνής του Sinatra, η ίδια η φωνή εξακολουθούσε να ειναι ο κυρίαρχος στα κομμάτια.

Το αξιοσημείωτο ειναι ότι η φωνή του αυτή την περίοδο, έγινε ακόμα πιο βαθιά και δυνατή ενώ ο αποτυχημένος γάμος του με την Gardner και με την οποία χώρισε το 1957 επηρέασε βαθιά την ερμηνεία του, μπολιάζοντάς την με έντονο συναίσθημα. Δυο πολύ καλά δείγματα της περιόδου, και τα δύο του Riddle με έντονες προσθήκες jazz στοιχείων, ήταν τα "I've Got You Under My Skin" (1956) και "One for My Baby" (1958)
Στα τέλη της δεκαετίας του 50 ξεκίνησε μια επίσης πολυσυζητημένη συνεργασία. Αυτή των Frank Sinatra, Sammy Davis Jr και Dean Martin. Αυτό το τρίο έκανε πολυάριθμες ζωντανές εμφανίσεις αλλά και ταινίες και ειναι γνωστό κυρίως με το όνομα "The Rat Pack" παρόλο που είχαν προκύψει και άλλα ονόματα όπως "The Clan" ή "The Summit". H ομάδα των τριών είχε και την συνοδεία συχνα πυκνά διάφορων ηθοποιών όπως Peter Lawford, Joey Bishop και Shirley MacLaine. Το σχήμα των Rat Pack ήταν σημαντικό για τα ξενοδοχεία και τα καζίνο ιδιαίτερα του Λας Βέγκας, ειδικότερα μετά την προβολή της ταινίας "Ocean Eleven (1960) όπου και κάθε εμφάνισή τους ήταν πόλος έλξης δολλαριών.
Το μεθυσμένο χιούμορ και τα φυλετικά και μισογύνικα αστεία του σχήματος μπορεί σήμερα να φαίνονται ξεπερασμένα και οπισθοδρομικά, παρόλα αυτά περιγράφουν λίγο απο το κλίμα της δεκαετίας του 60'. Ενα πολύ καλό δείγμα είναι η εμφάνισή τους το 1962 στο Σικάγο, που μπορείτε να το βρείτε σήμερα ως "Τhe Summit: In Concert" (Παραγωγή 1999).
Παράλληλα με τους "Rat Pack" έγινε έντονα αντιληπτή η σχέση του Sinatra με την Μαφία. Ο Sinatra, σύμφωνα με τη βιογραφία του από τον Άντονι Σάμερς (πρώην δημοσιογράφου στο BBC και συγγραφέα έξι μπεστ-σέλερ) συνέβαλε καθοριστικά ώστε η αφρόκρεμα των «νονών» να υποστηρίξει την προεκλογική εκστρατεία του Τζον Κένεντι για την αμερικανική προεδρεία. Μετά την εκλογή του, ωστόσο, ο ίδιος και ο αδελφός του Ρόμπερτ, ως υπουργός Δικαιοσύνης πλέον, αποφάσισαν την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος. Μετά από αυτό ο Sinatra δέχτηκε απειλές κατά της ζωής του, και για να επιβιώσει φαίνεται πως προσέφερε διά βίου και αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του σε όποιον από τη Μάφια τις είχε ανάγκη (Εξ ου και η σειρά από ιδιωτικές συναυλίες που έδωσε).
Στις αρχές τις δεκαετίας του 60', ο Frank ίδρυσε την Reprise Records, ενώ η Capitol του επέτρεψε να ηχογραφεί εκεί παράλληλα. Στην διετία 61'-63' δούλεψε σε μανιώδεις ρυθμούς και κυκλοφόρησε 14 δίσκους! Συνέχιζε να εργάζεται με τους δοκιμασμένους Riddly, May και Jenkins αλλά φρόντισε να κάνει και μερικές νέες προσθήκες. Τα άλμπουμ September of My Years (1965) και Francis Albert Sinatra and Antonio Carlos Jobim (1967) είναι ανάμεσα στα καλύτερά του, ενώ σκαρφάλωσε και στα Charts με τα τραγούδια hit "Strangers in the Night" (1966), "That's Life" (1967) και "My Way" (1969).
Για μια ακόμα φορά βρέθηκε το 1963 στα πρωτοσέλιδα αυτή την φορά λόγω απαγωγής του γιου του Frank Sinatra Jr. H ιστορία είχε αίσιο τέλος αφού παρέδωσε 240.000$ ως λύτρα και δύο ημέρες αργότερα ο γιος του επέστρεψε στην οικία του αλάβωτος από τους απαγωγείς. Μάλιστα λέγεται ότι επειδή οι απαγωγείς απαιτούσαν να τους τηλεφωνεί αποκλειστικά από τηλεφωνικούς θαλάμους, έκτοτε συνήθισε να κουβαλάει κέρματα μόνιμα στις τσέπες του! Τρία χρόνια αργότερα απασχολεί και πάλι τον τύπο με τον σύντομο γάμο του με την Mia Farrow που κράτησε 2 χρόνια.
Παρόλο που είχε σταματήσει να παίρνει στα σοβαρά τις ταινίες μετά το "Τhe Manchurian Candidate", έμεινε αξέχαστος με την ταινία "The Detective" (1968) ενώ παράλληλα μοχθούσε να βρεί την μυστική συνταγή της επιτυχίας για τα δισκογραφικά του πλάνα, το νέο ρεύμα που θα προσέγγιζε τους νέους. Δεν πρόλαβε όμως, γιατί ήταν τότε που πέρασε ο οδοστρωτήρας του ρεύματος Woodstock, κυριάρχησε στην μουσική αγορά και γέμισε παράπονο τον μεγάλο τραγουδιστή. Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή του την περίοδο αυτή: "Κανείς δεν γράφει τραγούδια πλέον για μένα".
 

Δήλωσε την απόσυρσή του το 1971 αλλά μέχρι το 1973 είχε βγάλει έναν ακόμα δίσκο. Στα χρόνια που ακολούθησαν έκανε πολύ προσεκτικές επιλογές και συγκριτικά με το παρελθόν του, δημιούργησε πολύ λίγα άλμπουμ. Μετά απο μια δεκαετία αποχής απο την δισκογραφία ξαναγύρισε στην Capitol και δημιουργησε τους δύο τελευταίους δίσκους του, Duets (1993) and Duets II (1994) όπου έκανε ντουέτα με πολύ γνωστούς σύγχρονους καλλιτέχνες.
Εκτός απο το τέλος του στην δισκογραφία, είχε τελειώσει ήδη και με τις ταινίες με τελευταία την "The First Deadly Sin" (1980), οπότε για το υπόλοιπο της ζωή του αφιερώθηκε στις συναυλίες που αξίζει να σημειώσουμε ότι από τα τέλη της δεκαετίας του 70' ήταν εκατοντάδες.
Η τελευταία σύζυγος της ζωής του ήταν η Barbara Blakeley Marx που μάλιστα έγινε καθολική προκειμένου να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας το 1976. Ο Frank έπασχε από στεφανιαία νόσο, νεφρική ανεπάρκεια, καρκίνο των εντέρων και άνοια. Το τέλος ήρθε σε ηλικία 82 ετών στις 14 Μαϊου 1998 στο Los Angeles. H κόρη του Nancy δήλωσε ότι η τελευταίες του λέξεις ήταν "Ι am Losing", ενώ παράλληλα φρόντισε να γίνει γνωστό ότι οι σχέσεις των παιδιών του με την τελευταία του γυναίκα ήταν τόσο κακές που δεν μπόρεσαν να ειναι στο πλευρό του όσο ήθελαν τις τελευταίες του εβδομάδες.

Θάφτηκε όπως είχε ζητήσει λίγο έξω απο το Palm Springs δίπλα στους γονείς του σε ένα ήσυχο κοιμητήριο. Φήμες λένε ότι στο τελευταίο του ταξίδι τοποθετήθηκαν ένα φλασκί Jack Daniels, μερικές δεκάρες (κατάλοιπο και τελικα χαρακτηριστικό του μετά την απαγωγή του γιού του), ένας αναπτήρας και ένα πακέτο τσιγάρα Camel. H φράση "The Best is Yet to Come" χαράκτηκε στην πέτρα που τον σκέπασε και εμείς σήμερα, δεν μπορούμε παρά να θαυμάζουμε το πλούσιο έργο που μας άφησε.


Βάζω ένα τραγούδι που μου αρέσει πολύ : 

 




 Πηγή:http://www.artmag.gr/art-articles/arts/biography/728-frank-sinatra-biography

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

John Coltrane







Αμερικανός συνθέτης και σαξοφωνίστας της τζαζ. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους μουσικούς του 20ου αιώνα, η τέχνη του οποίου ξεπερνά τα όρια της τζαζ. Μαζί με τους Κόλμαν Χόκινς, Λέστερ Γιάνγκ και Σόνι Ρόλινς αποτελούν την «αγία τετράδα» στο τενόρο σαξόφωνο.

Ο Τζον Γουίλιαμς Κολτρέιν γεννήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1926 στο Χάμλετ της Βόρειας Καρολίνας και ήταν γιος ενός ράφτη με μουσικές ανησυχίες και μιας νοικοκυράς. Μεγάλωσε σε  πολυμελή θρησκευόμενη οικογένεια και σε μια περιοχή με έντονες τις φυλετικές συγκρούσεις. Έχασε νωρίς τον πατέρα του και η μητέρα του εξαναγκάστηκε να μετακομίσει στο Νιου Τζέρσι για να βρει δουλειά. Ο μικρός Τζον έμεινε σε σπίτι φίλων της οικογένειας και βρήκε αποκούμπι στη μουσική. Έμαθε κλαρινέτο, αλλά γρήγορα στράφηκε στην τζαζ και στο άλτο σαξόφωνο.

Σε ηλικία 19 ετών, ο Τζον κατατάχθηκε στο Ναυτικό, αλλά δεν απομακρύνθηκε από τη μουσική, καθώς απασχολήθηκε στην μπάντα του Ναυτικού στη Χαβάη. Τον επόμενο χρόνο αποστρατεύθηκε κι έκανε διάφορες δουλειές, μέχρι να προσληφθεί στην μπάντα του Ντίζι Γκιλέσπι το 1949. Μαζί του παρέμεινε μέχρι το 1952. Στη συνέχεια δούλεψε με την ορχήστρα του Ιρλ Μπόστικ, του Έντι Βίνσον και το γκρουπ του Τζόνι Χότζες.

Το καλοκαίρι του 1955 αποτελεί κομβικό σημείο στη σύντομη, αλλά μεστή καριέρα του, καθώς δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον τρομπετίστα Μάιλς Ντέιβις και γίνεται μέλος του συγκροτήματός του. Θα παραμείνει μαζί του για περίπου ένα χρόνο, στη διάρκεια του οποίου θα διαμορφώσει το στυλ του και θα πάρει πολύτιμα μαθήματα από τον Μάιλς για το πώς στήνεται και διευθύνεται μια ορχήστρα.

Ο Τζον είχε δύο μεγάλες αδυναμίες, που αποδείχθηκαν καθοριστικές για τη ζωή του: το ποτό και την ηρωίνη. Ο γάμος του με μια αμερικανίδα μουσουλμάνα, την Ναίμα, θα τον βοηθήσει να τα ξεπεράσει, μέσα από το ενδιαφέρον που έδειξε για τη μελέτη και τα διδάγματα του σουφισμού, ενός πνευματικού κινήματος στους κόλπους της Μουσουλμανικής θρησκείας. Το 1957 ο Κολτρέιν δουλεύει με τον μεγάλο πιανίστα Θελόνιους Μονκ. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί το ντεμπούτο άλμπουμ του με τον τίτλο «Blue Train».

Τo 1958 ξανασυναντά τον Μάιλς Ντέιβις και θα παραμείνει μαζί του ως το 1960. Θα συμμετάσχει στις ηχογραφήσεις δύο πολύ σπουδαίων άλμπουμ του («Milestones» και «Kind of Blue»), ενώ κυκλοφορεί το προσωπικό του «Giant Steps». Την εποχή εκείνη αρχίζει να παίζει σοπράνο σαξόφωνο, ένα όργανο ξεχασμένο από τον κόσμο της τζαζ.

Η ριζική αλλαγή στο παίξιμό του σηματοδοτείται με την αποχώρησή του από το γκρουπ του Μάιλς Ντέιβις. Σχηματίζει το περίφημο κουαρτέτο του το 1960 και μετά από μια σειρά δίσκων για την Atlantic υπογράφει με την Impulse, όπου φλερτάρει με μία πιο πειραματική μουσική, επηρεασμένος από τα ινδικά ράγκας και την free-jazz. Στο γκρουπ του συμμετέχουν μουσικοί, όπως ο πιανίστας Μακόι Τάινερ, ο σαξοφωνίστας Ερικ Ντόλφι, ο μπασίστας Ρέτζι Γουόρκμαν και ο ντράμερ Έλβιν Τζόουνς.

Οι κριτικοί διχάζονται.Το καθιερωμένο περιοδικό της τζαζ «Down Beat» χαρακτηρίζει τη μουσική του Κολτρέιν «Αντι-Τζαζ», ενώ στη Γαλλία τον αποδοκιμάζουν μετά από μία συναυλία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Κολτρέιν να βάλει για λίγο φρένο στις πειραματικές του αναζητήσεις και να κυκλοφορήσει πιο συντηρητικούς δίσκους («Ballads»), ιδίως μετά την αποχώρηση του Ντόλφι.

Το 1964 επανέρχεται δριμύτερος και το κουαρτέτο του (Τζόουνς, Μακόι Τάνερ και Τζίμι Γκάριζον στο μπάσο), ηχογραφεί τον περίφημο δίσκο του «A Love Supreme», που θεωρείται το αριστούργημά του. Πρόκειται για μια τετραμερή σουίτα, διάρκειας 33 λεπτών, μία ωδή στην Πίστη και την αγάπη στον Θεό (όχι κατ' ανάγκη τον Θεό των Χριστιανών). Άλλωστε, ο Κολτρέιν είχε μελετήσει ινδουισμό, καμπάλα, γιόγκα, σούφι, αστρολογία, αφρικανική ιστορία, πυθαγόρειους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Παρότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο, με στοιχεία ατονικής μουσικής, αποτέλεσε εμπορική επιτυχία για τα μέτρα της τζαζ.

Οι πνευματικές του ανησυχίες θα καθορίσουν και θα χαρακτηρίσουν τη μουσική του έως το τέλος της ζωής του, με άλμπουμ, όπως τα «Meditations», «Ascension» και «Interstellar Space». Ο Τζον Γουίλιαμς Κολτρέιν πέθανε από κίρρωση του ήπατος στις 17 Ιουλίου 1967.










http://www.johncoltrane.com


"Ο άντρας που κατηφορίζει βιαστικά τον δρόμο έχει επιβλητικό ανάστημα και φωτεινό βλέμμα, η θήκη με το σαξόφωνο είναι το μοναδικό του φορτίο, το βήμα του ταχύ προδίδει ότι κατευθύνεται σε επείγοντα προορισμό.  Λίγο πιο κάτω δύο άστεγοι είναι ξαπλωμένοι στο πεζοδρόμιο ανταλλάσσοντας που και που καμιά κουβέντα ενώ μοιράζονται ένα μπουκάλι κρασί.  Ο άντρας που κατηφορίζει και αυτοί οι δύο αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλον την ίδια στιγμή. "Κοίτα" λέει ο ένας, "λες να είναι ο...", "Δε λέω τίποτα" μουρμουρίζει ο άλλος, "Πέρνα μου το ποτό".
Ο άντρας με τα φωτεινά μάτια εστιάζει για λίγο το βλέμμα του και στους δύο, φαίνεται ότι νιώθει γι' αυτούς συμπόνια και έγνοια, τραβάει το πορτοφόλι του και βάζει από ένα χαρτονόμισμα στο χέρι του καθένα, αμέσως μετά συνεχίζει βιαστικός το δρόμο του.  Ο άστεγος που είχε μιλήσει πρώτος κοιτάζει το χαρτονόμισμα και λέει με θλιμμένη φωνή "Ρε συ φίλε ήταν πραγματικά ο Trane... μου έδωσε ένα δεκάρικο! Κι εγώ που θα θελα να του κάνω αμέτρητες ερωτήσεις...για τη μουσική...".
Έτσι περιγράφει ο βιογράφος του ο J. C. Thomas μια αντιπροσωπευτική σκηνή της καθημερινότητας του Coltrane.

Όσο μπαίνεις μέσα στο μουσικό χώρο της jazz, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι η ιστορία και η εξέλιξη αυτού του ήχου είναι μεν κατάσταση συλλογικής δημιουργίας αλλά ταυτόχρονα είναι και προσωπικό δημιούργημα κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων που είχαν την ικανότητα να συλλέξουν, να επεξεργαστούν και να μεταμορφώσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζεται ο καλλιτέχνης για να μορφοποιήσει τον ήχο.
Ο JohnColtrane ανήκει αδιαμφισβήτητα μέσα στην ελίτ της ελίτ των jazz μουσικών τόσο για την αντιμετώπιση του ήχου ως ήχο όσο και για την συνολική του στάση απέναντι στη ζωή, ένα πνεύμα φωτεινό και ανήσυχο που δραπέτευσε στον κόσμο της πνευματικότητας όχι από τάσεις φυγής αλλά από την ανάγκη του για γνώση και εξύψωση της ανθρώπινης φύσης. Αν ζούσε σήμερα ο JohnColtrane θα έκλεινε τα ογδόντα του χρόνια. Με αυτή την ευκαιρία θα επιχειρήσω μία σκιαγράφηση της μορφής, της πορείας και του έργου του μέσα από λόγια ή καταστάσεις που κατέθεσαν άνθρωποι που τον γνώρισαν αλλά κυρίως οι μουσικοί που δούλεψαν μαζί του και μοιράστηκαν τη μαγεία της μουσικής του ιδιοφυίας.
Στα μέσα της δεκαετίας του 50 ο Coltrane και ο MilesDavis είναι το hot πράγμα της εποχής.
Ο MartinWilliam περιγράφει: "Τα σόλο του Coltrane την εποχή του με τον Miles ήταν κατά κύριο λόγο διερευνητικά, μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο να ανακαλύψει παρά να αναπτύξει ολοκληρωμένες διατυπώσεις. Για την ώρα τον απασχολεί η ανεύρεση ενός λεξιλογίου που θα επιτρέψει αργότερα να χτίσει φράσεις, παραγράφους, δοκίμια. Τα σόλο του συχνά κλείνουν με μια σειρά από φαινομενικά αμήχανες νότες ή σβήνουν σε ένα είδους ψίθυρου ή διστακτικά παιγμένου κλισέ.  Ίσως ο πειραματιζόμενος Coltrane να "καταπίνει" τις τελικές φράσεις του όταν η ροή των αναζητήσεών του τον έφερνε μπροστά σε κοινότοπες διατυπώσεις που δεν μπορούσε να αποφύγει μα δεν ήθελε στην πραγματικότητα να εκφέρει".

Άλλη σημαντική περίοδος της πορείας του ήταν εκείνη με τον TheloniousMonk.

Ο πιανίστας McCoyTyner θυμάται: "OJohn δίπλα στον Monk συμπλήρωσε τις γνώσεις του για την αρμονική δομή των θεμάτων. Ο Monk του άνοιξε τον δρόμο για περίπλοκες συνθέσεις όπως αυτή του "GiantSteps". Ο Coltrane έμαθε σε ποιο σημείο αξίζει αν σιωπάς ή να δίνεις χώρο σε κάποιον άλλον να εκφραστεί στο ενδιάμεσο διάστημα ή απλά να αφήνεις να λειτουργήσει το κενό.  Ο Coltrane βάδιζε έτσι κι αλλιώς προς αυτή την κατεύθυνση αλλά η επαφή του με τον Monkεπιτάχυνε πολύ αυτή τη διαδικασία".

Στη φάση της μουσικής του ωριμότητας στα 60's ο Coltrane ηγείται του κλασσικού του κουαρτέτου με κινητήριες μορφές πέρα από τον ίδιο τον πιανίστα McCoyTyner και τον ντράμερ ElvinJones. Τότε ηχογραφήθηκε ένας θεμελιώδης για την ιστορία της jazz δίσκος, το "Myfavouritethings". Οι κριτικές που δέχτηκε εξαιρετικές, ο CharlesHana έγραφε τότε στην SundayTribune : "Ο Coltrane δεν είναι καλλιτέχνης που ακούγεται επιπόλαια, πρέπει να του χαρίσετε αμέριμνη την προσοχή σας, έτσι μόνο θα αρχίσετε να συνειδητοποιείτε το μέγεθος του ταλέντου του.  Εκπέμπει ένα μουσικό "συνειδησιακό ρεύμα", η μουσική του ίσως να μοιάζει ακατανόητη σε μερικούς, η σημασία και η αξία της όμως έγκειται σε αυτή ακριβώς την παρορμητική δύναμη που τον οδηγεί να υφαίνει σχεδόν στιγμιαία ολόκληρο σύνολο διαφορετικών μουσικών ιστών, αυτό ακριβώς κάνει στο "Myfavouritethings" που είναι πραγματικά ένας καταπληκτικός δίσκος".

Ο Coltrane αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα όχι μόνο ως μέγιστος μουσικός της jazz αλλά και ως πνευματικός οδηγός ανάλογου επιπέδου με τους ιδρυτές θρησκειών.  Κάτι που πραγματικά φαντάζει παράξενο αφού τίποτα στη ζωή ή στη σκέψη του Coltrane δεν τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους θνητούς, σεμνός, μπερδεμένος, πάλευε συνέχεια με δαίμονες που ποτέ δεν κατόρθωσε να νικήσει ολοκληρωτικά.  Από μουσική άποψη βέβαια τα πράγματα είναι διαφορετικά, ολόκληρες γενιές μουσικών όχι μόνο της jazz αλλά και του ροκ και όλων των ρευμάτων της fusion χρωστούν σχεδόν τα πάντα στην τέχνη του.
O Coltrane όταν στράφηκε στη θρησκεία και τα ναρκωτικά οι παροιμιώδης πραότητά του μετατράπηκε σιγά - σιγά σε μια αποξένωση, μία ελεγχόμενη συγκράτηση μέσα στη γενική αναταραχή του κόσμου, χαρακτηριστικά όταν μια μέρα ο ElvinJones κατέστρεψε το αυτοκίνητο του Coltrane σε μία έκρηξη θυμού ο Trane απλώς παρατήρησε ότι αυτοκίνητο μπορούσε να αγοράσει καινούργιο αλλά όμως ντράμερ σαν τον ElvinJones δεν μπορούσε να βρει!!!
Για τον Coltrane η μουσική δεν ήταν θέμα αισθητικής αλλά μάλλον διέξοδος προς τα τοπία της φιλοσοφίας και της μεταφυσικής, γι' αυτό και ο ίδιος έδινε την εντύπωση ότι διαρκώς καταπιανόταν με κάτι, το δοκίμαζε και μετά προχωρούσε σε κάτι άλλο
Ο Coltrane χάραξε μία πορεία αναζητώντας ακριβές αξίες ανταλλάσσοντας αυτή την εξερεύνηση με τα υλικά αγαθά. Αυτή η προσήλωση στάθηκε αμετακίνητος προορισμός έως ότου ο καρκίνος έβαλε τέλος στη ζωή του.
Ένας λευκός μουσικός της jazz που θα διέθετε την ιδιοφυία του Coltrane θα είχε σίγουρα τη δυνατότητα να τελειώσει τις μέρες του τιμημένος ως ένας άλλος Πικάσο αναγόμενος σε σχεδόν ιερό θεσμό της εποχής μας, ο John όμως γεννήθηκε μαύρος..."











http://allotino.pblogs.gr/2008/08/happy-birthday-mister-john-coltrane.html

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

John Lennon

Από πολύ νωρίς είχε αντιληφθεί την διαφορετικότητά του. Μεγάλη καλλιτεχνική προσωπικότητα, ιδιοφυία για την ακρίβεια... Μέλος του σπουδαιότερου συγκροτήματος στην ιστορία της μουσικής, δεν του ήταν αρκετό και προχώρησε ακόμη μακρύτερα... Αγγιξε πεδία πολιτικής και πολιτιστικής κριτικής που τον έκαναν προοδευτικότερο της εποχής του. Κάποιος «έπρεπε» να τον συγκρατήσει... Συνέβη στις 8 Δεκεμβρίου του 1980. Ο John Lennon μας λείπει ήδη 30 χρόνια.




O Τζων Λένον εκτός από μουσικός και ιδρυτικό μέλος του θρυλικού συγκροτήματος των Beatles, διακρίθηκε επίσης ως ακτιβιστής του 20ου αιώνα, υιοθετώντας έντονη δράση σε κοινωνικά ζητήματα, ειδικότερα ως ηγετική μορφή του κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η μουσική του επηρέασε πολλούς δημιουργούς και θεωρείται από τους πιο δημοφιλείς και πολυδιασκευασμένους τραγουδοποιούς.

Ο Λένον γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1940 στο Λίβερπουλ της Μεγάλης Βρετανίας, πιθανά κατά τη διάρκεια μίας γερμανικής αεροπορικής επιδρομής. Η μητέρα του, Τζούλια Στάνλεϋ, ήταν κόρη αξιωματικού, ενώ ο πατέρας του, Άλφρεντ Λένον, εργαζόταν ως σερβιτόρος σε πλοία που πραγματοποιούσαν ταξίδια στον Ατλαντικό, κατά τη διάρκεια των οποίων τραγουδούσε ή συμμετείχε σε μουσικές συναυλίες. Μετά τη γέννηση του γιου του, εκείνος εγκατέλειψε την οικογένεια, ενώ η μητέρα του ανέθεσε τη φροντίδα του Τζων Λένον στην αδελφή της Μαίρη (Μίμι) και τον σύζυγό της, Τζωρτζ Σμιθ, ο οποίος διατηρούσε γαλακτοκομείο. Όταν ο Λένον ήταν δεκατριών ετών, ο Τζωρτζ Σμιθ πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία.

Φοίτησε αρχικά στο δημοτικό σχολείο του Dovedale και στη συνέχεια, μετά από επιτυχία στις εισαγωγικές του εξετάσεις, εισήχθη στο γυμνάσιο Quarry Bank Grammar School, όπου σύντομα η απόδοσή του στα μαθήματα σημείωσε αισθητή πτώση. Ως μαθητής, υπήρξε δημοφιλής για τον ατίθασο χαρακτήρα του, τον οποίο ο ίδιος περιέγραψε λέγοντας: «Ήμουν εκείνος για τον οποίο όλοι οι γονείς έλεγαν στα παιδιά τους: το νου σου, μακριά από αυτόν». Την ίδια περίοδο, οργάνωσε τη δική του skiffle ορχήστρα, με την ονομασία The Quarrymen, στην οποία αργότερα προσχώρησε και ο Πωλ Μακάρτνεϋ, που γνωρίσστηκε με τον Λένον στη διάρκεια μιας συναυλίας του συγκροτήματος, στις 6 Ιουλίου 1957.


Η επίδραση του Μακάρτνεϋ υπήρξε έντονη, οδηγώντας στην υιοθέτηση μιας περισσότερο επαγγελματικής φυσιογνωμίας του συγκροτήματος, από το οποίο σύντομα απομακρύνθηκαν τα μη καταρτισμένα μέλη, ενώ προσχώρησε σε αυτό, ο φίλος του Μακάρτνεϋ, Τζωρτζ Χάρισον. Επιπλέον, το συγκρότημα εγκατέλειψε τη φολκ μουσική, στρεφόμενη προς το είδος του ροκ εν ρολ, με έντονες επιρροές από μουσικούς όπως ο Έλβις Πρίσλεϋ, ο Τσακ Μπέρι ή ο Λιτλ Ρίτσαρντ και σταδιακά μετεξελίχθηκε στο σχήμα των Beatles.

Το 1957, ο Λένον αποφοίτησε από το γυμνάσιο και χάρη στη βοήθεια του διευθυντή τού σχολείου του, έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λίβερπουλ (Liverpool College of Art). Παρέμεινε για πέντε χρόνια, ασχολούμενος με εφαρμογές γραφικών τεχνών στη διαφήμιση, ωστόσο δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις σπουδές του. Στις 15 Ιουλίου του 1958, σημειώθηκε ο θάνατος της μητέρας του, η οποία παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο ενός μεθυσμένου αστυνομικού, έξω από το σπίτι της αδελφής της, γεγονός που επηρέασε βαθειά τον Λένον. Την ίδια περίοδο, γνώρισε τον συμφοιτητή του και ταλαντούχο μαθητή της σχολής, Στιούαρτ Σάτκλιφ, ο οποίος αποτέλεσε και τον πρώτο μπασίστα του συγκροτήματος των Beatles. Με τους Beatles, ο Λένον εμφανίστηκε στο Αμβούργο το καλοκαίρι του 1960, σε μία από τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις τους. Στις 23 Αυγούστου 1962, παντρεύτηκε για πρώτη φορά, την Σύνθια Πάουελ, συμφοιτήτρια του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λίβερπουλ και έγκυος με το γιο του, Τζούλιαν Λένον, που γεννήθηκε τον επόμενο χρόνο στις 8 Απριλίου.

H Πορεία του με τους Beetles



Ένα μήνα μετά το γάμο του, ηχογράφησε με τους Beatles τον πρώτο τους δίσκο, Love Me Do, ο οποίος κατέκτησε την 17η θέση στη Μεγάλη Βρετανία, μία σημαντική επιτυχία για ένα άγνωστο μέχρι τότε συγκρότημα της επαρχίας. Ακολούθησε ο επόμενος δίσκος, Please Please Me, ο οποίος κατέλαβε την πρώτη θέση σηματοδοτώντας την ανοδική πορεία του συγκροτήματος. Μαζί με τον Μακάρτνεϋ, ο Λένον υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία των Beatles, που στη διάρκεια της δεκαετίας 1960-1970 κατάφεραν να αναρριχηθούν στην κορυφή της δόξας. Υπήρξε ένας από τους κύριους συνθέτες του συγκροτήματος, τραγουδιστής και κιθαρίστας, συμμετέχοντας συχνά και στο πιάνο. Οι πρώτες συνθέσεις του, διακρίνονταν για την απλοϊκή τους μορφή, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, με συχνές αναφορές σε ρομαντικές ιστορίες αγάπης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Λένον άρχισε να ωριμάζει ως συνθέτης, ενώ παράλληλα προσπάθησε αρκετές φορές να απεμπλακεί από την έντονα εμπορευματοποιημένη εικόνα του συγκροτήματος, βιώνοντας περιόδους ενθουσιασμού για συγκεκριμένες ιδέες ή ρεύματα, όπως τον διαλογισμό ή τον μαρξισμό της αριστεράς. Οι συνθέσεις του, κατά τη διετία 1966-67, έκαναν ιδιαίτερα αισθητή την επίδραση των «ψυχεδελικών» πειραματισμών του με το LSD, με χαρακτηριστική στιγμή την ηχογράφηση του δίσκου Sergeant Pepper's Lonely Heart Club Band (1967). Η προσωρινή απομάκρυνσή του από τα ναρκωτικά συνδυάστηκε με τη γνωριμία του με τον Ινδό Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι και τον υπερβατικό διαλογισμό. Ο Λένον παρακολούθησε μαθήματα του Μαχαρίσι στην Ουαλία, ενώ στις αρχές του 1968 τον επισκέφτηκε στην κατοικία του στην Ινδία. Αργότερα, υπήρξε περισσότερο κριτικός απέναντί του, δηλώνοντας όμως πως αποτέλεσε για τον ίδιο ένα είδος πατρικού προτύπου.



Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Λένον συνδέθηκε με την Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιόκο Όνο, την ίδια περίπου περίοδο που δρομολογήθηκε το διαζύγιό του με τη Σύνθια Πάουελ. Η αρχική γνωριμία τους χρονολογείται το Νοέμβριο του 1966, όταν ο Λένον επισκέφτηκε μία έκθεση τέχνης της Όνο και έκτοτε ξεκίνησε η καλλιτεχνική τους συνεργασία. Το 1968, ο Λένον εγκαινίασε μία ατομική έκθεση στη Robert Fraze Gallery του Λονδίνου, με τον γενικό τίτλο You are here (Είσαι εδώ), αφιερωμένη στη Γιόκο Όνο ως ένδειξη της αγάπης του για εκείνη. Στα τέλη του 1968, συμμετείχαν επίσης στην ταινία Rock and Roll Circus των Rolling Stones. Η σχέση τους, την οποία ο Λένον χαρακτήρισε ως «μία σχέση δασκάλου και μαθητή», με τον ίδιο στη θέση του μαθητή, πυροδότησε αρκετές αρνητικές κριτικές, εστιάζοντας κυρίως στην προσωπικότητα της Γιόκο Όνο, στην εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε μαζί της ο Λένον για ένα διάστημα, αλλά και την κυκλοφορία του δίσκου Unfinished Music No.1: Two Virgins που ηχογράφησαν μαζί.

Η Γιόκο Όνο επηρέασε σημαντικά τον Λένον, με τον οποίο αποτέλεσε αχώριστο δίδυμο, τόσο σε ότι αφορά τη σχέση του με το χώρο της μοντέρνας τέχνης όσο και με κοινωνικά προβλήματα τα οποία η ίδια σχολίαζε μέσα από τα έργα της, όπως η θέση της γυναίκας, ο φυλετικός διαχωρισμός ή ο πόλεμος του Βιετνάμ.Κατά τη τελευταία διετία της παραμονής του στους κόλπους των Beatles, ο Λένον συμμετείχε ενεργά, μαζί με την Όνο, στο κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ.

Στις 20 Μαρτίου του 1969, o Λένον και η Όνο παντρεύτηκαν στο Γιβραλτάρ, έχοντας προγραμματίσει να περάσουν το μήνα του μέλιτος στο κρεβάτι, διαδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο υπέρ της ειρήνης και προσκαλώντας δημοσιογράφους στο ξενοδοχείο που διέμεναν, στην πόλη του Άμστερνταμ.

Η πρωτότυπη αυτή διαμαρτυρία (γνωστή και ως «Bed-In») συνεχίστηκε στο Μόντρεαλ, με το ζεύγος Λένον-Όνο να παραχωρεί πολυάριθμες συνεντεύξεις και να δέχεται εκατοντάδες επισκέπτες. Το επόμενο διάστημα, συμμετείχαν σε πολυάριθμες εκδηλώσεις, δίνοντας επίσης μία φιλανθρωπική συναυλία στα πλαίσια της εκστρατείας War Is Over της UNICEF.

Το φθινόπωρο του 1969, ο Λένον ηχογράφησε μαζί με τους Beatles τον τελευταίο δίσκο του συγκροτήματος, με τίτλο Abbey Road. Οι σχέσεις των μελών είχαν ήδη αρχίσει να διαταράσσονται κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων, και ειδικότερα η φιλία του Λένον με τον Μακάρτνεϋ κλονίστηκε. Ο ίδιος ο Λένον, αιτιολόγησε τη διάλυση του συγκροτήματος, αναφερόμενος κριτικά στον ηγετικό ρόλο που επεδίωξε να αναλάβει ο Μακάρτνεϋ μετά το θάνατο του μάνατζερ των Beatles, Μπράιαν Έπσταιν, αλλά και στην αντιπάθεια που έτρεφαν τα υπόλοιπα μέλη απέναντι στη Γιόκο Όνο.


Προσωπική Σταδιοδρομία

Η προσωπική δισκογραφία του Λένον είχε ήδη ξεκινήσει πριν τη διάλυση των Beatles, με την ηχογράφηση τριών πειραματικών δίσκων σε συνεργασία με τη Γιόκο Όνο καθώς και τριών ακόμα τραγουδιών, Give Peace a Chance (με αντιπολεμικό περιεχόμενο), Cold Turkey (σχετικά με την εμπειρία του με την ηρωίνη) και Instant Karma!. Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1970, ο Λένον και η Γιόκο Όνο υποβλήθηκαν σε μία «πρωτογενή θεραπεία», κοντά στον Άρθουρ Τζάνοβ, στο Λος Άντζελες. Μετά την επιστροφή του, ηχογράφησε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο μετά τη διάλυση των Beatles, με τίτλο John Lennon/Plastic Ono Band, τα περισσότερα τραγούδια του οποίου, είχαν γραφτεί κατά την διάρκεια της θεραπευτικής μεθόδου του Τζάνοβ, την οποία είχε ακολουθήσει. Ενδεικτικά των αντιλήψεων που είχε διαμορφώσει πλέον ο Λένον, είναι τα τραγούδια God, όπου κατέγραψε ανθρώπους και ιδέες στις οποίες είχε πάψει να πιστεύει (μεταξύ των οποίων ο Χριστός, ο Βούδας, ο Έλβις Πρίσλεϋ, ο μυστικισμός και οι Beatles), καθώς και το εμπορικά επιτυχημένο και αμιγώς πολιτικό Power to the People (Δύναμη στο Λαό, σύνθημα που είχε μεγάλη απήχηση σε αναρχικούς της δεκαετίας του 1970).

 Ακολούθησε η κυκλοφορία του περισσότερο επιτυχημένου δίσκου του, Imagine (1971), του οποίου το ομώνυμο τραγούδι εξελίχθηκε σε ένα από τα δημοφιλέστερα του Λένον. Το καλοκαίρι του 1971, ταξίδεψε με τη Γιόκο Όνο στην Αμερική, όπου επρόκειτο να ζήσουν μόνιμα τα επόμενα χρόνια. Αφορμή για το ταξίδι αυτό αποτέλεσε η δικαστική διαμάχη της Γιόκο Όνο με τον σύζυγό της Τόνυ Κοξ, σχετικά με την επιμέλεια της κόρης τους Κυόκο. Εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη και σύντομα δραστηριοποιήθηκαν πάνω σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, συμμετέχοντας ενεργά σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών διαδηλώσεων. Οι ηγέτες του αντιπολεμικού κινήματος και ισχυρές προσωπικότητες της αμερικανικής αριστεράς, Τζέρυ Ρούμπιν και Άμπυ Χόφμαν, έπεισαν τον Λένον να συνεργαστεί μαζί τους σε ένα πρόγραμμα συναυλιών διαμαρτυρίας, το οποίο όμως τελικά οδηγήθηκε σε ματαίωση. Εξαιτίας της έντονης κριτικής στάσης του Λένον απέναντι στον πόλεμο και του πολιτικού ακτιβισμού του, ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ διέταξε να ανοιχθεί ειδικός φάκελος στο FBI για εκείνον, συγκεντρώνοντας περίπου 300 σελίδες με σχετικό υλικό, κατά τη διετία 1971-72, επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον.




Στις 4 Φεβρουαρίου του 1972, ο γερουσιαστής του ρεπουμπλικανικού κόμματος Στρομ Θέρμοντ, συνέστησε την αφαίρεση της άδειας παραμονής του στην Αμερική, στα πλαίσια μίας έκθεσής του, σχετική με την πολιτική δράση του Λένον. Μετά από μία μακρά δικαστική διαμάχη, του παραχωρήθηκε τελικά μόνιμη άδεια παραμονής, στις 7 Οκτωβρίου του 1975. Στο μεσοδιάστημα, ο Λένον ολοκλήρωσε την ηχογράφηση τεσσάρων δίσκων, Some Time in New York City (μαζί με την Γιόκο Όνο, 1972), Mind Games (1973), Walls and Bridges (1974) και Rock 'n' Roll (1975). Παράλληλα, από τον Οκτώβριο του 1973 μέχρι τον Ιανουάριο του 1975, χώρισε προσωρινά με την Γιόκο Όνο, κατά τη διάρκεια μίας περιόδου που ο ίδιος αποκάλεσε αργότερα «χαμένο Σαββατοκύριακο».



 Μετά την επανασύνδεσή του με τη Γιόκο Όνο και για τα επόμενα πέντε χρόνια, ο Λένον απείχε από τη δισκογραφία επιστρέφοντας σε μία αυστηρά ιδιωτική ζωή καθώς, σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος, επιθυμούσε να αφοσιωθεί στην ανατροφή του γιου τους, Σων Λένον. Ένα ταξίδι του με ιστιοφόρο, στις Βερμούδες, κατά τη διάρκεια έντονης καταιγίδας, αποτέλεσε την αφορμή για την δημιουργία μίας νέας σειράς τραγουδιών που προορίζονταν για τον επόμενο δίσκο του, με τίτλο Doubble Fantasy, ο οποίος ολοκληρώθηκε τελικά σε συνεργασία με τη Γιόκο Όνο. Το Double Fantasy αποτέλεσε τον τελευταίο προσωπικό δίσκο του Λένον που κυκλοφόρησε ενόσω ήταν εν ζωή, και χαρακτηρίζεται ως ένας «ύμνος στην οικογενειακή επιτυχία». Τους τελευταίους μήνες της ζωής του, ηχογράφησε επίσης ένα τμήμα του δίσκου Milk and Honey που ολοκληρώθηκε αργότερα από την Γιόκο Όνο και κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, τον Ιανουάριο του 1984.


Η δολοφονία



Το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 1980, ο Μαρκ Τσάπμαν πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Λένον, έξω από την οικία του (στο ιστορικό κτίριο Dakota της Νέας Υόρκης) και ενώ ο τελευταίος επέστρεφε μετά από την ηχογράφηση των τραγουδιών Walking on Thin Ice και It Happened, που προορίζονταν για τον επόμενο δίσκο του. Ο Τσάπμαν είχε προσεγγίσει τον Λένον νωρίτερα την ίδια ημέρα, κατά την αναχώρησή του από το σπίτι του, αποσπώντας μάλιστα ένα αυτόγραφο του. Μετά την επιστροφή του Λένον από το στούντιο ηχογράφησης, ο Τσάπμαν τον πυροβόλησε πισώπλατα, συνολικά τέσσερις φορές. Σύμφωνα με την αυτοψία, οι μισές σφαίρες διαπέρασαν το αριστερό μέρος του σώματός του στο ύψος του στήθους, ενώ οι υπόλοιπες τον τραυμάτισαν κοντά στον αριστερό ώμο. Όλες προκάλεσαν εσωτερική αιμοραγία, ενώ η θανάσιμη σφαίρα διαπέρασε την αορτή του.



Σύμφωνα με τις αναφορές των μαρτύρων και των αστυνομικών αρχών, μετά τη δολοφονία, ο Τσάπμαν παρέμεινε στον τόπο του εγκλήματος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας. Εκτός από το όπλο του εγκλήματος, στην κατοχή του υπήρχαν ένα αντίτυπο του δίσκου Double Fantasy, στο εξώφυλλο του οποίου είχε υπογράψει νωρίτερα ο Λένον, ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος The Catcher in the Rye του Τ. Ν. Σάλιντζερ, καθώς και κασσέτες με τραγούδια των Beatles. O Λένον οδηγήθηκε αμέσως στο νοσοκομείο Ρούζβελτ, όπου με την άφιξή του επισημοποιήθηκε ο θάνατός του από υποογκαιμικό σοκ, που προκλήθηκε λόγω της μεγάλης απώλειας αίματος. Δύο ημέρες αργότερα, η σορός του αποτεφρώθηκε στο κοιμητήριο του Φέρνκλιφ, στη Νέα Υόρκη.

Ο Μαρκ Τσάπμαν καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Σε ψυχιάτρους του δικαστηρίου διηγήθηκε πως «κακά πνεύματα» τον παρότρυναν να δολοφονήσει τον Λένον, ενώ το 2004 ομολόγησε επίσης πως ένας από τους λόγους που τον ώθησαν στην εγκληματική του ενέργεια ήταν η επιθυμία του να προβληθεί, αισθανόμενος πως μέχρι τότε ήταν ασήμαντος








 http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=2761

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

NINO ROTA









Ο Νίνο Ρότα, μαθητής του Αρτούρο Τοσκανίνι και δάσκαλος των Ρικάρντο Μούτι και Νικόλα Πιοβάνι, σφράγισε με τη μουσική του τον καιρό μας, μεταχειριζόμενος μνήμες αλλοτινών καιρών. Συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς της έβδομης τέχνης του 20ού αιώνα, τον Λουκίνο Βισκόντι, τη Λίνα Βερτμίλερ, τον Φράνκο Τζεφιρέλι, τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον Φράνκο Ρόσι, τον Μάουρο Μπολονίνι, τον Ακίρα Κουροσάβα, τον Λουί Μαλ, τον Βιτόριο ντε Σίκα, τον Ρενέ Κλεμάν κ.ά. Όμως ο πιο διάσημος συνθέτης μουσικών επενδύσεων ταυτίστηκε απόλυτα με το «Μάγο» του σινεμά, τον Φεντερίκο Φελίνι, δημιουργώντας μαζί του ένα σπάνιο, αδιαίρετο έργο στην πιο γόνιμη και μακρόχρονη καλλιτεχνική συνεργασία που υπήρξε ποτέ.
Eίναι ο μουσικός του κόσμος, ένα κράμα ευρωπαϊκής τζαζ και αισθαντικής μελωδικότητας, είναι το σινεμά, είναι ο Φελίνι, είναι ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες που γέννησε ο 20ός αιώνας.

Ο Νίνο Ρότα, το μελωδικό «alter ego» του μεγάλου σκηνοθέτη του ιταλικού και διεθνούς κινηματογράφου Φεντερίκο Φελίνι, γεννήθηκε στο Μιλάνο. Ξεκίνησε τις μουσικές του σπουδές σε Μιλάνο και Ρώμη, όπου ως «παιδί θαύμα», στα δεκαπέντε του μόλις χρόνια, συνέθεσε μια όπερα και ένα ορατόριο. Είκοσι ετών -με προτροπή του δάσκαλου του και φημισμένου διευθυντή ορχήστρας Αρτούρο Τοσκανίνι, μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου φοίτησε με υποτροφία στο Ινστιτούτο Κέρτις της Φιλαδέλφειας. Εκεί, διαμόρφωσε καθοριστικά τη μουσική του ταυτότητα, γνωρίζοντας τον Άαρον Κόπλαντ, τη μουσική του Τζορτζ Γκέρσουιν και τον αμερικανικό κινηματογράφο.
Το 1933 υπογράφει το πρώτο του σάουντρακ, στην ταινία του Ραφαέλε Ματαράτσο «Treno Popolare», ενώ το 1939 επιστρέφοντας στην Ιταλία, αναλαμβάνει να διδάξει και αργότερα να διευθύνει το Ωδείο του Μπάρι. Ανάμεσα στους πολλούς -διάσημους, αργότερα, μαθητές του- ήταν ο μαέστρος Ρικάρντο Μούτι και ο συνθέτης Νικόλα Πιοβάνι.

Το πλούσιο έργο του Ρότα -εκτός της μουσικής που συνέθεσε για περίπου 150 ταινίες- περιλαμβάνει δεκάδες κλασικές συνθέσεις για χορωδία και μουσική δωματίου, τρεις συμφωνίες, τρία κοντσέρτα για βιολοντσέλο, μουσικά μοτίβα για πολλές τηλεοπτικές σειρές, 23 μπαλέτα και θεατρικά -έγραψε για όλα σχεδόν τα έργα του Κάρλο Γκολντόνι και του Εντουάρντο Ντε Φιλίπο- καθώς και 10 όπερες.
Περισσότερο γνωστές είναι οι «Αριοδάντης» και «Τορκεμάδα», ενώ μεγάλη απήχηση είχαν και τα κωμικά του έργα «Οι δυο δειλοί», «Το καπέλο από ψάθα Φλωρεντίας», «Η Νύχτα ενός Νευρασθενή» και «Ο Αλαντίν και το μαγικό λυχνάρι».

Στην μεγάλη οθόνη αναδείχτηκε ο διασημότερος μουσικός της γενιάς του. Συνέθεσε σπουδαία και διαχρονικά ακούσματα και έντυσε μοναδικά και αναπόσπαστα με τα πλέον αγαπημένα και αναγνωρίσιμα «σάουντρακ» της παγκόσμιας κινηματογραφικής ιστορίας, πολλά από τα αριστουργήματά της: «Ντόλτσε Βίτα», «Λα Στράντα», «Οκτώμισι», «Νύχτες της Καμπίρια», «Ρόμα», «Σατυρικόν», «Αμαρκορντ», «Ιουλιέτα των Πνευμάτων», «Λευκός Σεΐχης», «Βοκάκιος», «Αθώοι», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Γατόπαρδος», «Πρόβα Ορχήστρας», «Ο Ρόκο και τα Αδέρφια του», «Νονός Ι» και «Νονός ΙΙ» -για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Όσκαρ καλύτερης μουσικής από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, το 1975.




Συνεργάστηκε με τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα, τον Λουκίνο Βισκόντι, τη Λίνα Βερντμίλερ, τον Φράνκο Τζεφιρέλι, τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον Φράνκο Ρόσι, τον Μάουρο Μπολονίνι, τον Ακίρα Κουροσάβα, τον Λουί Μάλ, τον Βιτόριο Ντε Σίκα, τον Ρενέ Κλεμάν, ενώ ταυτίστηκε στην κυριολεξία με το στενό του φίλο και συνεργάτη Φεντερίκο Φελίνι.

Επί 27 ολόκληρα χρόνια, στην πιο γόνιμη, μακρόχρονη και διάσημη καλλιτεχνική συνεργασία που υπήρξε ποτέ, δημιούργησαν από κοινού ένα σπάνιο, ομοούσιο και αδιαίρετο έργο, χαρίζοντας στο παγκόσμιο κοινό μοναδικές συγκινήσεις. Ένα οικουμενικό καλλιτεχνικό επίτευγμα, που τους ανέδειξε στο πιο ισχυρό δίδυμο του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Φελίνι έχει αναφέρει για τον καλό του φίλο: «Ο Νίνο σκηνοθετεί μουσικά... Πολλές φορές ολοκλήρωνε τη μουσική πριν από την ταινία. Έτσι, τροποποιούσα εκ των υστέρων το σενάριο, επινοώντας νέες καταστάσεις και χαρακτήρες...»



Ο Ρότα είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους ελάχιστους Ευρωπαίους δημιουργούς που κατέκτησε με τόσο εντυπωσιακό τρόπο την Ασία, αλλά και την Αμερική. Όπλα του το ταλέντο και η οργιαστική του φαντασία. Και επιστέγασμά τους η ιδιαίτερη ικανότητά του να εντάσσει μια jazz αισθαντικότητα, στον πυρήνα των εξαίσιων μελωδιών του, χωρίς να διαταράσσει ή να αναιρεί την ευρωπαϊκή τους καταγωγή.
Και μέσα από την ένωση δουλειάς, ταλέντου και φαντασίας, υπέγραψε ανεξίτηλα μουσικές, που αφού δέθηκαν παντοτινά με κινηματογραφικές εικόνες, ακολουθούν -μέχρι σήμερα- τη δικές τους, ανεξάρτητες διαδρομές.

Είπαν:

«...Ο Νίνο Ρότα σφράγισε με τη μουσική του τον καιρό μας, μέσα από τις ταινίες του Φελίνι, μεταχειριζόμενος μνήμες αλλοτινών καιρών. Μόνο το μεγάλο ταλέντο του μπορούσε να πετύχει αυτό το πάντρεμα αναμνήσεων και παρόντος χρόνου. Το αποτέλεσμά του υπήρξε μοναδικό...»
Μάνος Χατζιδάκις

«...Tι είναι μια ταινία αρχικά; Μια υποψία, μια υπόθεση αφήγησης, σκιές ιδεών, ακαθόριστα συναισθήματα. Και όμως, σ' εκείνο το πρώτο ανεπαίσθητο άγγιγμα, η ταινία μοιάζει ήδη να είναι ο εαυτός της, ολοκληρωμένη ζωτική, πάναγνη. O πειρασμός να την αφήσεις έτσι, σ' αυτήν την άσπιλη διάσταση είναι πολύ μεγάλος. Όλα θα ήταν πιο απλά, και ποιος ξέρει, ίσως και πιο σωστά. Όμως όχι, η φιλοδοξία, η ανία, η κλίση, οι συμφωνίες, οι ρήτρες των συμβολαίων, σε υποχρεώνουν να τη γυρίσεις. Και να λοιπόν, η τελετουργία αρχίζει...»
Φεντερίκο Φελίνι











http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_nino_rota.html