Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Cesaria Evora



Το 1991, όταν η ξυπόλυτη ντίβα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε κοινό έξω από τη χώρα της, καταλάβαμε όλοι ότι η φωνή της, δεν ήταν απλή έκφραση μιας χαμένης αγάπης, αλλά η έκφραση μιας αγάπης που ποτέ δεν χάνεται».
The Washington Post




Τα τραγούδια της Evora μιλούν για την πικρή ιστορία της χώρας της που ζούσε στη σκλαβιά. Η μουσική της είναι Morna, αλλά μπλέκει και άλλα είδη μουσικής με στοιχεία από Βραζιλία, Πορτογαλία και Κούβα (choro, forro, fado, rumba). Με μια φωνή που προδίδει δύναμη και συναίσθημα, η Evora γρήγορα τράβηξε την προσοχή πάνω της και άξια απέκτησε την φήμη της Βασίλισσας της Morna.

Ήταν μόλις 16 ετών η Cesaria, όταν ένας συντοπίτης της ναυτικός της δίδαξε την παραδοσιακή μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου. Ξεκίνησε τότε να τραγουδά σε ξενοδοχεία και μπαράκια και με τη βοήθεια των ντόπιων μουσικών άρχισε να γεννιέται η κατοπινή βασίλισσα της morna. Του είδους εκείνου της μουσικής του Capo Verde, που συγγενεύει με τα βραζιλιάνικα φάδος και το αργεντίνικο τάνγκο και τραγουδά τη θλίψη, την οδύνη, τη λαχτάρα, τη νοσταλγία, τη σκλαβιά ... Που η αισθαντικότητά του, συχνά το κάνει να συγκρίνεται με τα μπλουζ.


 Στο Πράσινο Ακρωτήρι ήταν από τότε ιδιαίτερα δημοφιλής, πέρα από τα σύνορά του όμως παρέμενε ολότελα άγνωστη. Για πολλά ακόμη χρόνια, δεν έκανε βήμα πέρα από αυτά τα σύνορα. Δύσκολα πολιτικά χρόνια και άσχημη οικονομική κατάσταση την ανάγκασαν μάλιστα να απομακρυνθεί από τη μουσική για δέκα ολόκληρα χρόνια, τα «σκοτεινά της χρόνια», όπως η ίδια τα χαρακτηρίζει.

Δεν ήταν παρά το 1985, όταν η Cesaria άρχισε και πάλι να τραγουδά, με την ενθάρρυνση ενός συμπατριώτη της, που ζούσε εξόριστος στην Πορτογαλία, όπου και έδωσε μάλιστα μία σειρά από συναυλίες, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από μία τοπική οργάνωση γυναικών.
Τρία χρόνια αργότερα, το 1988, ένας Γάλλος με καταγωγή από το Πράσινο Ακρωτήρι, την έπεισε να πάει στο Παρίσι. Εκεί ηχογράφησε το “La Diva au Pieds Nus” (H Ξυπόλητη Ντίβα). Η αποδοχή του από το κοινό ήταν αναπάντεχη και οι κριτικές το αποθέωσαν. Την 1η Οκτωβρίου του 1988 έδωσε την πρώτη της συναυλία στο Παρίσι στο club New Morning και από τότε ξεκίνησε η παγκόσμια καριέρα της.

Στα 47 της Χρόνια, η Cesaria Evora έγινε Διεθνής Σταρ. Έχει τραγουδήσει σε Ευρώπη, Αφρική, Βραζιλία, Η.Π.Α. και Καναδά. Έχει αποκτήσει πιστούς θαυμαστές σ' όλες τις χώρες του κόσμου. Τις συναυλίες της έχουν παρακολουθήσει οι Madonna, David Byrne, Branford Marsalis, ενώ έχει κερδίσει 3 φορές Grammy Awards. Έχει στο ενεργητικό της πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους και βραβεύτηκε από το BBC ως η καλύτερη καλλιτέχνης του 2004.

Το τελευταίο της άλμπουμ, με τίτλο “Rogamar”, κυκλοφόρησε το 2006. Τραγούδια από αυτή τη νέα της δουλειά, αλλά και αυτά που έχουν μπει ήδη στη ζωή μας όλα αυτά τα χρόνια (Sodade, Became Mucho, Angola, Miss Perfumado, Carnaval de San VIncento), τραγουδάει για μας στις συναυλίες της η «ξυπόλητη ντίβα».Tην ημέρα που ένας μεγάλος ραδιοφωνικός σταθμός της Γαλλίας έπαιξε για πρώτη φορά το “Sodade” , στην μουσική του κόσμου προστέθηκε μια άγνωστη μέχρι τότε χώρα , το Πράσινο Ακρωτήρι. Εννιά άλμπουμ, χιλιάδες συναυλίες , αμέτρητες συλλογές, πλατινένιοι και χρυσοί δίσκοι , πέντε υποψηφιότητες για Grammy είναι μόνο δώδεκα χρόνια καριέρας της Cesaria Evora.



H Cesaria Evora γεννήθηκε το 1941 στο Midelo, στη περιοχή Sao Vincente του Πράσινου Ακρωτηρίου . Το Midelo,όπως όλα τα λιμάνια ,φημίζεται για τη νυχτερινή ζωή του με όλα τα είδη μουσικής :μπαλάντες , βάλς ,fox-trot κ.α. αλλα τα ποιο δημοφιλή είδη μουσικής ήταν η Colladera και η Morna, τραγούδια που εκφράζουν την νοσταλγία ,την αγάπη ,την λύπη. Τα τραγούδια της Evora μιλούν για την πικρή ιστορία της χώρας της που ζούσε στη σκλαβιά. Η μουσική της δεν είναι γνήσια Morna, μπλέκει και άλλα είδη με στοιχεία από Βραζιλία ,Πορτογαλία και Κούβα (choro,forro,fado,rumba). Με μια φωνή που προδίδει δύναμη και συναίσθημα ,η Evora γρήγορα τράβηξε την προσοχή πάνω της και άξια απέκτησε την φήμη ως η Βασίλισσα της Morna. Ήδη στα είκοσί της χρόνια τραγουδούσε ζωντανά στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Αυτή και οι μουσικοί της έπαιζαν από το ένα club στο άλλο διαρκώς καθώς ο αριθμός των θαυμαστών της όλο και μεγάλωνε. Με την ανεξαρτησία της χώρας της το 1975 γρήγορα τελείωσε και η απομόνωση και η σκλαβιά με αποτέλεσμα οι περισσότεροι μουσικοί να σκορπιστούν σε διάφορα μέρη του κόσμου. Η Evora παρ’όλα αυτά διάλεξε να μείνει. Το 1980 ,όταν ήταν 39 χρόνων ,ο Jose’ Da Silva – ιδρυτής της δισκογραφικής εταιρείας “Lusafrica” , ένας νεαρός Γάλλος που είχε καταγωγή όμως από το Πράσινο Ακρωτήρι –έμεινε κατενθουσιασμένος από τα τραγούδια της Cesaria και την καταπληκτική φωνή της και τελικά την έπεισε να ταξιδέψει μαζί του στο Παρίσι για να ηχογραφήσει.

Το 1988 εκδόθηκε τη Γαλλία το πρώτο της άλμπουμ ,το “La Diva Aux Pieds Nus” - “H Ξυπόλητη Ντίβα”, αφού πάντα τραγουδάει ξυπόλητη συμβολικά πάντα για αυτά που έχει περάσει η χώρα της).Είχε μεγάλη απήχηση ιδιαίτερα στη χώρα της.Το 1988 έδωσε την πρώτη της συναυλία στο Παρίσι στο club “New Morning”. To 1990 εκδόθηκε το δεύτερο άλμπουμ της ,το “Distino Di Belita” ,περιελάμβανε ακουστικά morna αλλά και ηλεκτρικά colladeras.

Το 1991 εκδόθηκε το “Mar Azul” ,ένα καταπληκτικό άλμπουμ που εξασφάλισε την από εκεί και πέρα ανοδική της πορεία. Το άλμπουμ αυτό παιζόταν σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η επόμενη συναυλία της στο club “New Morning” ήταν μεγάλη επιτυχία αφού όλα τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί.

Γαλλικά κανάλια ,πολλά ραδιόφωνα έπαιζαν τα τραγούδια της. Τον Ιούνιο έδωσε συναυλία σε ένα μεγάλο φεστιβάλ στο Nimes της νότιας Γαλλίας όπου απέκτησε τις καλύτερες κριτικές. Το άλμπουμ “Mis Perfumado” εκδόθηκε τον Οκτώβριο.Το ομονυμο τραγουδι και το “Sodade” γινονται παγκοσμιες επιτυχιες και ο δισκος χρυσος.Ακολουθησε και ένα μεγαλο τουρ σε πολλες χωρες του κοσμου.

Το 1994 o διάσημος Caetano Veloso ήρθε για να την συντροφεύσει πάνω στη σκηνή στην διάρκεια των συναυλιών της στη Βραζιλία στο Sao Paolo και είπε ότι η Cesaria Evora είναι μία από τις λίγες τραγουδίστριες που αγγίζουν τόσο βαθιά την ψυχή.

Η Cesaria θεωρείται πλέον η πιο μεγάλη μουσική αποκάλυψη της δεκαετίας ΄90.

Στο πρώτο της τουρ στην Αμερική , η Μαντόνα ,ο David Byrne ,o Brandford Marsalis και όλη η «αφρόκρεμα» της Νέας Υόρκης ,έσπευσαν να την δουν στη συναυλία της στο Bottom Line.Στη Γαλλία ο Goran Bregovic της πρότεινε να ηχογραφήσει το “Ausencia” για το soundtrack της ταινίας του Emir Kusturica , το “Underground”.


To 2000 το άλμπουμ “Café Atlantico” και το αμέσως επόμενο το “Sao Vincente Di Longe” κέρδισαν Grammy.Ίσως ο καλύτερος δίσκος της το “Voz d ΄ Amor” κερδίζει και αυτός Grammy για το 2004.

    ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

    1988 : “La Diva aux Pieds Nus” ( Lusafrica –BMG)
    1990 : “Distino Di Belita” (Lusafrica –BMG)
    1991 : “Mar Azul” ( Lusafrica –BMG)
    1992 : “Miss Perfumado” (Lusafrica –BMG)
    1994 : “Sodade,les plus belles mornas de Cesaria” ( Lusafrica –BMG)
    1995 : “Cesaria” ( Lusafrica –BMG)
    1997 : “Capo Verde” ( Lusafrica –BMG)
    1998 : “Best of Cesaria Evora” ( Lusafrica –BMG)
    1999 : “Café Atlantico” ( Lusafrica –BMG)
    2001 : “Sao Vicente di Longe” ( Lusafrica –BMG)
    2002 : “Anthologie Cesaria Evora (1CD Lusafrica –BMG)
    2003 : “ Voz d’Amor”
    2004: “Anthologie Cesaria Evora, mornas & coladeras” (2CD edition of Anthology Lusafrica –BMG)
    2004 : Live D'Amor (Live DVD, recorded in 2004 at Le Grand Rex, Paris,)
    2006: “Rogamar”

    Tελευταία φορά βρέθηκε για συναυλίες στην Ελλάδα :
    8 Ιουλίου, Θέατρο Πέτρας, Αθήνα
    9 Ιουλίου 2007, Θέατρο Γης, Θεσσαλονίκη
    1 Αυγούστου, πολυχώρος «Πολιτεία», Πάτρα

Τον Σεπτέμβριο του 2011 ανακοίνωσε πως θέτει τέλος στη μουσική της καριέρα, ακυρώνοντας τις προγραμματισμένες συναυλίες της, καθώς βρισκόταν «σε κατάσταση μεγάλης εξάντλησης».
Η Evora είχε υποβληθεί το 2010 σε επέμβαση ανοιχτής καρδιάς, στο Παρίσι, έπειτα από σοβαρά προβλήματα που παρουσίασε στην στεφανιαία αορτή.
Tο πρωί της Παρασκευής αισθάνθηκε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο.
Σύμφωνα με τους γιατρούς είχε πάθει πνευμονικό οίδημα και σήμερα το πρωί άφησε την τελευταία της πνοή.


Ένα κομμάτι που αγαπώ πολύ για αντίο σε αυτήν την υπέροχη φωνή





Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

You sure did it your own way Frank...


Αγάπησε, καυγάδησε, είχε στυλ, είχε κότσια, μπορούσε ακόμη και να "παίξει"
  


Με καριέρα 50+ ετών, 1400 ηχογραφήσεις, δεκάδες ταινίες και εκπομπές στην τηλεόραση, κατάφερε να είναι παρόν από την εποχή του Swing μέχρι αυτή του Rock, ενώ τόλμησε και κατάφερε να παρουσιάσει στο κοινό μουσικά θεατρικά έργα μεγάλων συνθετών όπως George Gershwin, Cole Porter και Jerome Kern, με τον δικό του τρόπο, καθιστώντας τα απόλυτα κλασσικά. Έχουν γραφτεί 15 βιογραφίες μέχρι σήμερα, έπεται βιογραφική ταινία από τον Scorsese ενώ έχει απασχολήσει έντονα τον τύπο για τις επιθέσεις του σε δημοσιογράφους, την άστατη προσωπική του ζωή αλλά και τις γνωριμίες του με την μαφία. Μπορεί εύκολα να θεωρηθεί η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της Αμερικανικής κουλτούρας του 20ου αιώνα.

Ο Φράνσις Άλμπερτ Σινάτρα γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1915 στο New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι γονείς του ήταν απο την Σικελία. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης ταβέρνας και part-time μποξέρ, ενώ η μητέρα του είχε μεγάλη επιρροή στην τοπική πολιτική σκηνή αλλά και στην ζωή και καριέρα του Frank στη συνέχεια. Στην εφηβεία του και ακούγοντας τραγούδια τουBing Crosby o Frank αποφάσισε στα σοβαρά να ασχοληθεί με το τραγούδι.  Γίνεται μέλος ενός γκρούπ εν ονόματι "The Hoboken Four"  και το 1935 κερδίζει σε ραδιοφωνικό διαγωνισμό ταλέντων. Η νίκη του, του δίνει την ευκαιρία να περιοδεύσει με το γρούπ αλλά και τον οικοδεσπότη της διάσημης εκπομπής "Major Bowes' Amateur Hour", παρόλα αυτά ο ίδιος ήταν ο μόνος που είχε φιλοδοξίες και η διάλυση του γκρουπ δεν άργησε να έρθει.Το 1939 ήταν τραγουδιστής κα σερβιτόρος στο Rustic Cabin όταν τον ανακάλυψε ο τρομπετίστας Harry James, που πρόσφατα είχε αφήσει την ορχήστρα του Benny Goodman για να δημιουργήσει κάτι δικό του.

Αποτέλεσμα της συνεργασία τους το"All or Nothing at All" που εκείνη την εποχή δεν πούλησε, αλλά σε επανέκδοσή του 4 χρόνια αργότερα (πλέον σταρ και οι δύο) ξεπέρασε το 1 εκατομμύριο πωλήσεις. Μέσα σε διάστημα 6 μηνών δημιουργήθηκαν 10 εμπορικές ηχογραφήσεις με κοινό παρανομαστή την ανάδειξη της ζεστής βαρύτονης φωνής του Frank. Στα τέλη του ίδιου έτους ο James αναγκάστηκε να τον αφήσει ελεύθερο, αφού ο Tommy Dorsey με την ορχήστρα του πρόσφερε πολύ καλύτερο συμβόλαιο και αποδοχές.
Την διετία 1940-42 ο Sinatra με την ορχήστρα του Dorsey πραγματοποιεί 83 ηχογραφήσεις και πολυάριθμες ζωντανές εμφανίσεις. Η επιρροή του από το τρομπόνι του Dorsey ήταν βαθιά και ουσιαστική. Η προσπάθεια του Sinatra να προσομοιώσει φωνητικά τα χωρίς διακοπές έξοχα περάσματα του Dorsey με το τρομπόνι, επέβαλαν να βελτιώσει αισθητά τις αναπνοές του. Γρήγορα έγινε αντιληπτή η αξία του στις μπαλάντες αλλά και στα up-tempo κομμάτια και οι Axel Stordahl, Paul Weston, and Sy Oliver άρχισαν να γράφουν τραγούδια όπως τα "I'll Never Smile Again", "I'll Be Seeing You," "Without a Song," and "Oh! Look at Me Now" για να να ενισχύσουν το ταλέντο του τραγουδιστή. Αυτό βέβαια έκανε τον ίδιο τον Sinatra στα τέλη του 1942 να σκέφτεται να κάνει σόλο καριέρα, σε μια εποχή μάλιστα που ελάχιστοι τραγουδιστές που έκαναν παρόμοια κίνηση τελικά πετύχαιναν.
Η ανακοίνωση της αποχώρησης του, ενόχλησε ιδιαίτερα τον Dorsey που όπως είναι φυσικό δεν ήθελε να χάσει έναν σταρ απο το σχήμα του. Πέρασαν αρκετοί μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων μέχρι που στα τέλη του 42' ο Sinatra απελευθερώθηκε. Μέσα σε μόλις λίγες εβδομάδες ο Frank Sinatra αποτέλεσε πολιτισμικό φαινόμενο. Πραγματική υστερία στις εμφανίσεις του τον Ιανουάριο του 1943 στο θέατρο της Paramount στην Νέα Υόρκη, εκατοντάδες νεαρές γυναίκες στρίγγλiζαν υστερικά στο άκουσμα της φωνής του. Την ίδια περίοδο άρχισαν και τα πρώτα παρατσούκλια. "Frankieboy," "The Sultan of Swoon," και το πιο διαδεδομένο, "The Voice."
  Ήταν η αρχή της περιόδου "Columbia" και η οποία κράτησε απο το 1943 μέχρι το 1952. Οι ηχογραφήσεις που περιγράφουν καλύτερα την περίοδο αυτή ειναι σίγουρα οι "You Go to My Head" (1945), "These Foolish Things" (1945) και "That Old Feeling" (1947). Ο Sinatra εμφανίστηκε σε αρκετά φιλμ, κυρίως σε musical στο πλάι του χορευτή Gene Kelly σε έργα όπως "Anchors Aweigh" (1945), "Take Me Out to the Ballgame" (1949) και το "On the Town" (1949) που μάλιστα θεωρείται ως ένα απο τα καλύτερα κινηματογραφικά musical.

Περί τα τέλη του 1947 και για έναν χρόνο η φήμη του Sinatra άρχισε να αμαυρώνεται. Η προσπάθεια του να εμπλακεί στην μουσική και οι δημοσιεύσεις εμπλοκής του με το οργανωμένο έγκλημα δημιούργησαν έντονο πρόβλημα. Το 1950 χάνει την φωνή του για αρκετούς μήνες μετά απο υπερκόπωση των φωνητικών του χορδών. Σχεδόν ταυτόχρονα η προσωπική του ζωή απασχολεί τα πρωτοσέλιδα, αφού χωρίζει απο τον σχολικό του έρωτα, σύζυγό του και μητέρα των τριών παιδιών του, Nancy Barbato και μόλις δέκα ημέρες αργότερα παντρεύεται την ηθοποιό Ava Gardner. Την ίδια περίοδο ο πρόεδρος της Columbia Mitch Miller, του αναθέτει μια σειρά απο κακογράμμενα banal κομμάτια, γεγονός που επιπλέον τσακίζει το καλλιτεχνικό του status. To 1952 το συμβόλαιο δεν ανανεώνεται, ο μάνατζέρ του τον αφήνει, το show του στην τηλεόραση του CBS διακόπτεται και ο Sinatra θεωρείται πλέον "παρελθόν".

Η ειρωνεία στο κατρακύλισμα αυτό είναι ότι σήμερα η δουλειά του από αυτή την περίοδο και τραγούδια όπως "Mad About You," "Nevertheless", "Birth of the Blues"," και ειδικά η ηχογράφηση του 1951 του "I'm a Fool to Want You", θεωρούνται σήμερα απο τα καλύτερα της καριέρας του!
Η ενασχόληση του με το κινηματογράφο ήταν τελικά αυτό που τον έφερε πάλι στο προσκήνιο το 1953 με την ταινία "From Here to Eternity", όπου το υποκριτικό του ταλέντο αναγνωρίστηκε διεθνώς και του χάρισε μάλιστα Όσκαρ β' αντρικού ρόλου. Ακολούθησαν οι ταινίες Suddenly (1954), Young at Heart (1954), The Man with the Golden Arm (1955, Υποψηφιότητα για α' αντρικό ρόλο), Guys and Dolls (1955), The Joker Is Wild (1957), Pal Joey (1957), and Some Came Running (1958). Το πολιτικό θρίλερ "The Manchurian Candidate" (1962) αποτελεί πιθανά το καλύτερο φίλμ του Sinatra.
Με την επιστροφή του στο προσκήνιο, ταυτόχρονα υπέγραψε με την Capitol, μια περίοδο 9 ετών που σύμφωνα με τους ειδικούς αποτέλεσε την καλύτερή του μουσική περίοδο. Κατοχυρώθηκε ως δικό του δημιούργημα ο όρος "Concept Album" (αν και υπάρχουν σήμερα διαφωνίες γι' αυτό), που ουσιαστικά ειναι ένας δίσκος που χτίζεται έχοντας ως βασική αναφορά ένα συγκεκριμένο μουσικό θέμα ή διάθεση. Η νέα του τάση χρειαζόταν βασικές τομές στις ενορχηστρώσεις, κάτι που οι άνθρωποι της Capitol δεν είχαν πρόβλημα να φέρουν εις πέρας. Έτσι λοιπόν δούλεψε με τον βετεράνο μουσικό από τις μεγάλες ορχήστρες Billy May και δημιούργησε μοναδικά άλμπουμ όπως "Come Fly with Me" (1958), "Come Dance with Me!" (1959) και με τον μοναδικό Jenkins τα "Where Are You?" (1957) and "No One Cares" (1959).


 

Παρόλο που τα άλμπουμ αυτά ήταν ποιοτικά η συνεργασία μυθικών διαστάσεων του Frank ήταν με τον Nelson Riddle, πρώην τρομπονίστα σε μεγάλη ορχήστρα ( big-band). Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Sinatra, ο Nelson ήταν ο σπουδαιότερος ενορχηστρωτής στον κόσμο και οι κριτικοί... απλά συμφώνησαν.
Ο Riddle επινόησε για τις ανάγκες των swing κομματιών, την μουσική σφραγίδα του που την ονόμασε "heartbeat rhythm". Ήταν ένας σταθερός ρυθμός, ελάχιστα πιο αργός απο αυτόν των swing κομματιών προσπαθώντας να προσομοιώσει ρυθμικά τον παλμό της καρδίας μετά απο έναν βιαστικό περίπατο! Όλα
τα άλμπουμ αυτής της συνεργασίας "In the Wee Small Hours" (1955), "Songs for Swingin' Lovers!" (1956) και "Only the Lonely" (1958) είναι έργα τέχνης.
Παρ όλες τις προσπάθειες τις Capitol να εμπλουτίσουν και να αλλάξουν την μουσική επένδυση της φωνής του Sinatra, η ίδια η φωνή εξακολουθούσε να ειναι ο κυρίαρχος στα κομμάτια.

Το αξιοσημείωτο ειναι ότι η φωνή του αυτή την περίοδο, έγινε ακόμα πιο βαθιά και δυνατή ενώ ο αποτυχημένος γάμος του με την Gardner και με την οποία χώρισε το 1957 επηρέασε βαθιά την ερμηνεία του, μπολιάζοντάς την με έντονο συναίσθημα. Δυο πολύ καλά δείγματα της περιόδου, και τα δύο του Riddle με έντονες προσθήκες jazz στοιχείων, ήταν τα "I've Got You Under My Skin" (1956) και "One for My Baby" (1958)
Στα τέλη της δεκαετίας του 50 ξεκίνησε μια επίσης πολυσυζητημένη συνεργασία. Αυτή των Frank Sinatra, Sammy Davis Jr και Dean Martin. Αυτό το τρίο έκανε πολυάριθμες ζωντανές εμφανίσεις αλλά και ταινίες και ειναι γνωστό κυρίως με το όνομα "The Rat Pack" παρόλο που είχαν προκύψει και άλλα ονόματα όπως "The Clan" ή "The Summit". H ομάδα των τριών είχε και την συνοδεία συχνα πυκνά διάφορων ηθοποιών όπως Peter Lawford, Joey Bishop και Shirley MacLaine. Το σχήμα των Rat Pack ήταν σημαντικό για τα ξενοδοχεία και τα καζίνο ιδιαίτερα του Λας Βέγκας, ειδικότερα μετά την προβολή της ταινίας "Ocean Eleven (1960) όπου και κάθε εμφάνισή τους ήταν πόλος έλξης δολλαριών.
Το μεθυσμένο χιούμορ και τα φυλετικά και μισογύνικα αστεία του σχήματος μπορεί σήμερα να φαίνονται ξεπερασμένα και οπισθοδρομικά, παρόλα αυτά περιγράφουν λίγο απο το κλίμα της δεκαετίας του 60'. Ενα πολύ καλό δείγμα είναι η εμφάνισή τους το 1962 στο Σικάγο, που μπορείτε να το βρείτε σήμερα ως "Τhe Summit: In Concert" (Παραγωγή 1999).
Παράλληλα με τους "Rat Pack" έγινε έντονα αντιληπτή η σχέση του Sinatra με την Μαφία. Ο Sinatra, σύμφωνα με τη βιογραφία του από τον Άντονι Σάμερς (πρώην δημοσιογράφου στο BBC και συγγραφέα έξι μπεστ-σέλερ) συνέβαλε καθοριστικά ώστε η αφρόκρεμα των «νονών» να υποστηρίξει την προεκλογική εκστρατεία του Τζον Κένεντι για την αμερικανική προεδρεία. Μετά την εκλογή του, ωστόσο, ο ίδιος και ο αδελφός του Ρόμπερτ, ως υπουργός Δικαιοσύνης πλέον, αποφάσισαν την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος. Μετά από αυτό ο Sinatra δέχτηκε απειλές κατά της ζωής του, και για να επιβιώσει φαίνεται πως προσέφερε διά βίου και αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του σε όποιον από τη Μάφια τις είχε ανάγκη (Εξ ου και η σειρά από ιδιωτικές συναυλίες που έδωσε).
Στις αρχές τις δεκαετίας του 60', ο Frank ίδρυσε την Reprise Records, ενώ η Capitol του επέτρεψε να ηχογραφεί εκεί παράλληλα. Στην διετία 61'-63' δούλεψε σε μανιώδεις ρυθμούς και κυκλοφόρησε 14 δίσκους! Συνέχιζε να εργάζεται με τους δοκιμασμένους Riddly, May και Jenkins αλλά φρόντισε να κάνει και μερικές νέες προσθήκες. Τα άλμπουμ September of My Years (1965) και Francis Albert Sinatra and Antonio Carlos Jobim (1967) είναι ανάμεσα στα καλύτερά του, ενώ σκαρφάλωσε και στα Charts με τα τραγούδια hit "Strangers in the Night" (1966), "That's Life" (1967) και "My Way" (1969).
Για μια ακόμα φορά βρέθηκε το 1963 στα πρωτοσέλιδα αυτή την φορά λόγω απαγωγής του γιου του Frank Sinatra Jr. H ιστορία είχε αίσιο τέλος αφού παρέδωσε 240.000$ ως λύτρα και δύο ημέρες αργότερα ο γιος του επέστρεψε στην οικία του αλάβωτος από τους απαγωγείς. Μάλιστα λέγεται ότι επειδή οι απαγωγείς απαιτούσαν να τους τηλεφωνεί αποκλειστικά από τηλεφωνικούς θαλάμους, έκτοτε συνήθισε να κουβαλάει κέρματα μόνιμα στις τσέπες του! Τρία χρόνια αργότερα απασχολεί και πάλι τον τύπο με τον σύντομο γάμο του με την Mia Farrow που κράτησε 2 χρόνια.
Παρόλο που είχε σταματήσει να παίρνει στα σοβαρά τις ταινίες μετά το "Τhe Manchurian Candidate", έμεινε αξέχαστος με την ταινία "The Detective" (1968) ενώ παράλληλα μοχθούσε να βρεί την μυστική συνταγή της επιτυχίας για τα δισκογραφικά του πλάνα, το νέο ρεύμα που θα προσέγγιζε τους νέους. Δεν πρόλαβε όμως, γιατί ήταν τότε που πέρασε ο οδοστρωτήρας του ρεύματος Woodstock, κυριάρχησε στην μουσική αγορά και γέμισε παράπονο τον μεγάλο τραγουδιστή. Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή του την περίοδο αυτή: "Κανείς δεν γράφει τραγούδια πλέον για μένα".
 

Δήλωσε την απόσυρσή του το 1971 αλλά μέχρι το 1973 είχε βγάλει έναν ακόμα δίσκο. Στα χρόνια που ακολούθησαν έκανε πολύ προσεκτικές επιλογές και συγκριτικά με το παρελθόν του, δημιούργησε πολύ λίγα άλμπουμ. Μετά απο μια δεκαετία αποχής απο την δισκογραφία ξαναγύρισε στην Capitol και δημιουργησε τους δύο τελευταίους δίσκους του, Duets (1993) and Duets II (1994) όπου έκανε ντουέτα με πολύ γνωστούς σύγχρονους καλλιτέχνες.
Εκτός απο το τέλος του στην δισκογραφία, είχε τελειώσει ήδη και με τις ταινίες με τελευταία την "The First Deadly Sin" (1980), οπότε για το υπόλοιπο της ζωή του αφιερώθηκε στις συναυλίες που αξίζει να σημειώσουμε ότι από τα τέλη της δεκαετίας του 70' ήταν εκατοντάδες.
Η τελευταία σύζυγος της ζωής του ήταν η Barbara Blakeley Marx που μάλιστα έγινε καθολική προκειμένου να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας το 1976. Ο Frank έπασχε από στεφανιαία νόσο, νεφρική ανεπάρκεια, καρκίνο των εντέρων και άνοια. Το τέλος ήρθε σε ηλικία 82 ετών στις 14 Μαϊου 1998 στο Los Angeles. H κόρη του Nancy δήλωσε ότι η τελευταίες του λέξεις ήταν "Ι am Losing", ενώ παράλληλα φρόντισε να γίνει γνωστό ότι οι σχέσεις των παιδιών του με την τελευταία του γυναίκα ήταν τόσο κακές που δεν μπόρεσαν να ειναι στο πλευρό του όσο ήθελαν τις τελευταίες του εβδομάδες.

Θάφτηκε όπως είχε ζητήσει λίγο έξω απο το Palm Springs δίπλα στους γονείς του σε ένα ήσυχο κοιμητήριο. Φήμες λένε ότι στο τελευταίο του ταξίδι τοποθετήθηκαν ένα φλασκί Jack Daniels, μερικές δεκάρες (κατάλοιπο και τελικα χαρακτηριστικό του μετά την απαγωγή του γιού του), ένας αναπτήρας και ένα πακέτο τσιγάρα Camel. H φράση "The Best is Yet to Come" χαράκτηκε στην πέτρα που τον σκέπασε και εμείς σήμερα, δεν μπορούμε παρά να θαυμάζουμε το πλούσιο έργο που μας άφησε.


Βάζω ένα τραγούδι που μου αρέσει πολύ : 

 




 Πηγή:http://www.artmag.gr/art-articles/arts/biography/728-frank-sinatra-biography